Διαβήτης και κάτω άκρα: Πώς αυξάνεται ο κίνδυνος για βλάβες & ακρωτηριασμό;

Ο σακχαρώδης διαβήτης είναι μια χρόνια, συστηματική νόσος που επηρεάζει κάθε όργανο του σώματος και αφορά εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως. Ανάμεσα στις πολλές επιπλοκές του, μία από τις σοβαρότερες είναι οι βλάβες των κάτω άκρων, μια κατάσταση που, αν δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα, μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε ακρωτηριασμό.

Πρόκειται για μια μεταβολική διαταραχή που επηρεάζει την αξιοποίηση του σακχάρου, των λιπών και των πρωτεϊνών από τον οργανισμό. Ο διαβήτης προσβάλλει κάθε σύστημα, ωστόσο οι κυριότερες εκδηλώσεις του συνοψίζονται στη χαρακτηριστική «τριάδα» των επιπλοκών:

Νευροπάθεια: Καταστροφή των νεύρων, με αποτέλεσμα απώλεια αισθητικότητας.
Αγγειοπάθεια: Βλάβες στα αγγεία και μειωμένη κυκλοφορία του αίματος.
Μειωμένη αντοχή στις λοιμώξεις: Ευπάθεια σε μικροβιακές επιπλοκές και καθυστέρηση επούλωσης τραυμάτων.
Ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων, μαζί με τις αλλοιώσεις στις αρθρώσεις (νευροπαθητική αρθροπάθεια), προκαλεί μυϊκή αδυναμία και παραμόρφωση του ποδιού. Αυτό οδηγεί στην ανάπτυξη νευροπαθητικού έλκους, το οποίο, λόγω της απώλειας πόνου,  συχνά περνά απαρατήρητο, με αποτέλεσμα τη μόλυνση του οστού (οστεομυελίτιδα) και, σε προχωρημένα στάδια, τον ακρωτηριασμό.

Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία
Οι πάσχοντες από διαβήτη έχουν 25 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο να υποστούν ακρωτηριασμό, σε σύγκριση με άτομα χωρίς διαβήτη.

Ο σακχαρώδης διαβήτης αποτελεί την πρώτη αιτία ακρωτηριασμού κάτω άκρων παγκοσμίως κάθε χρόνο, περίπου ένα εκατομμύριο άνθρωποι χάνουν ένα ή και τα δύο τους πόδια εξαιτίας της νόσου και της συνυπάρχουσας αγγειοπάθειας.

Πώς ο διαβήτης προκαλεί βλάβες στα κάτω άκρα;
Ο διαβήτης επηρεάζει πολλαπλά σημεία και λειτουργίες του ποδιού:

Απώλεια αισθητικότητας: Τα αισθητικά νεύρα καταστρέφονται, με αποτέλεσμα ο ασθενής να μην αισθάνεται πόνο, πίεση, θερμότητα ή τραυματισμό. Έτσι, μικρές πληγές μπορεί να περάσουν απαρατήρητες και να μολυνθούν.
Καταστρέφονται οι ιδρωτοποιοί αδένες: Η βλάβη στους ιδρωτοποιούς αδένες προκαλεί ξηρότητα, αφυδάτωση, ρωγμές και έλκη.
Απώλεια τριχοφυΐας: Καταστρέφει τις τρίχες του άκρου που αποτελούν σπουδαίες κεραίες αισθητικότητας
Ατροφία μυών: Οι μύες του ποδιού εξασθενούν, μειώνοντας τη στήριξη των οστών και των αρθρώσεων.
Προκαλεί στένωση και απόφραξη στις μικρές και μέσου μεγέθους αρτηρίες, ειδικά κάτω από το γόνατο (χαρακτηριστικό) και αυτό συνεπάγεται κακή κυκλοφορία, κακή αιμάτωση και διαλείπουσα χωλότητα-αδυναμία βαδίσεως.
Κάλοι και υπερκερατώσεις: Η πάχυνση του δέρματος δημιουργεί «κάλους», που λειτουργούν σαν καρφιά και προκαλούν έλκη.
Υπερπλασία στα νύχια: Τα νύχια γίνονται σκληρά, κίτρινα, με μυκητιάσεις και αποτελούν εστία μικροβίων.
Παραμόρφωση της αρχιτεκτονικής – μορφής του άκρου ποδός: Η αλλοίωση της ανατομίας οδηγεί σε προβολή των οστών κάτω από το δέρμα και ευκολότερους τραυματισμούς.
Διαβητικό έλκος:  Η πιο συχνή και επικίνδυνη επιπλοκή, που μπορεί να οδηγήσει σε οστεομυελίτιδα και ακρωτηριασμό.
Συμπέρασμα: Όλα τα ανωτέρω καθιστούν το διαβητικό πόδι εξαιρετικά ευάλωτο σε τραυματισμούς, λοιμώξεις και έλκη, που χωρίς σωστή φροντίδα μπορεί να οδηγήσουν σε μερικό ή ολικό ακρωτηριασμό.

Η σημασία της πρόληψης
Η πρόληψη είναι το πιο ισχυρό όπλο απέναντι στο διαβητικό πόδι. Η έγκαιρη διάγνωση, η εκπαίδευση του ασθενούς και η τακτική παρακολούθηση από εξειδικευμένους επαγγελματίες υγείας μπορούν να αποτρέψουν τη δημιουργία ελκών και τις σοβαρές επιπλοκές.

iefimerida

Η υπνική άπνοια μπορεί να οδηγήσει στην εμφάνιση Πάρκινσον, σύμφωνα με νέα μελέτη

Η αποφρακτική υπνική άπνοια που δεν έχει θεραπευτεί μπορεί να οδηγήσει σε εμφάνιση νόσου Πάρκινσον μακροπρόθεσμα, σύμφωνα με μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «JAMA Neurology».

Η υπνική άπνοια είναι μια συχνή πάθηση, κατά την οποία η αναπνοή ενός ατόμου σταματά και ξεκινά επανειλημμένα κατά τη διάρκεια του ύπνου, με αποτέλεσμα ο οργανισμός να μην λαμβάνει αρκετό οξυγόνο.

Οι ερευνητές από το Πανεπιστήμιο Υγείας και Επιστημών του Όρεγκον (OHSU) και το Σύστημα Υγειονομικής Περίθαλψης Βετεράνων του Πόρτλαντ, εξέτασαν ηλεκτρονικά ιατρικά αρχεία περισσότερων από 11 εκατομμυρίων βετεράνων του αμερικανικού στρατού, οι οποίοι έλαβαν φροντίδα από το 1999 έως το 2022.

Σύνδεση μεταξύ της υπνικής άπνοιας που δεν έχει θεραπευτεί και του Πάρκινσον
Οι ερευνητές εντόπισαν ισχυρή σύνδεση μεταξύ της υπνικής άπνοιας που δεν έχει θεραπευτεί και του Πάρκινσον, ακόμη και μετά την προσαρμογή για παράγοντες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τα αποτελέσματα, όπως η παχυσαρκία, η ηλικία και η υψηλή αρτηριακή πίεση. Όσοι δεν χρησιμοποίησαν τη συσκευή παροχής συνεχούς ροής αέρα CPAP για την αντιμετώπιση της νόσου είχαν σχεδόν διπλάσιες πιθανότητες εμφάνισης Πάρκινσον σε σχέση με όσους τη χρησιμοποίησαν.

«Αν σταματάς να αναπνέεις και τα επίπεδα οξυγόνου δεν είναι φυσιολογικά, τότε πιθανότατα και οι νευρώνες σου δεν λειτουργούν φυσιολογικά. Αν αυτό επαναλαμβάνεται κάθε νύχτα, για χρόνια, μπορεί να εξηγήσει γιατί η αντιμετώπιση του προβλήματος με CPAP χτίζει ανθεκτικότητα απέναντι σε νευροεκφυλιστικές παθήσεις, όπως η νόσος Πάρκινσον», σημειώνει ο επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, Λι Νέιλσον, επίκουρος καθηγητής Νευρολογίας στο OHSU.

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ): Αίτια, συμπτώματα και διάγνωση

Η Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ) είναι μια συχνή και χρόνια ασθένεια. Στη χώρα μας, μελέτες δείχνουν ότι περίπου 8% των ενηλίκων πάσχει από ΧΑΠ και συνήθως δεν είναι διαγνωσμένοι.

Η ΧΑΠ είναι ουσιαστικά το αποτέλεσμα μιας φλεγμονής που προκαλείται από τοξικούς παράγοντες που εισπνέονται. Η φλεγμονή αυτή σιγά-σιγά προκαλεί στένωση των βρόγχων (αεραγωγών) και καταστρέφει τις κυψελίδες στους πνεύμονες οδηγώντας σε εύκολο λαχάνιασμα και προοδευτικά σε δύσκολη αναπνοή.

Τα συχνότερο αίτιο της ΧΑΠ είναι το κάπνισμα, ενεργητικό ή και παθητικό, και γενικά η έκθεση σε καπνό ή η συνεχής έκθεση σε μολυσμένη ατμόσφαιρα.

Τα συμπτώματα της ΧΑΠ είναι η δύσπνοια, το εύκολο λαχάνιασμα και ο χρόνιος βήχας, με ή χωρίς απόχρεμψη (φλέγμα). Πολύ συχνή είναι η κόπωση ενώ μπορεί να υπάρξει ανορεξία και απώλεια βάρους με την πάροδο του χρόνου Ένα βασικό χαρακτηριστικό της ΧΑΠ είναι οι εξάρσεις, δηλαδή περίοδοι επιδείνωσης των συμπτωμάτων που μπορεί να προκληθούν από λοιμώξεις ή έκθεση σε έντονη υγρασία ή ατμοσφαιρική ρύπανση. Αυτές οι εξάρσεις συχνά θεωρούνται κρυολογήματα και έτσι η διάγνωση καθυστερεί.

Τα συμπτώματα της ΧΑΠ επιδεινώνονται με το πέρασμα του χρόνου και οι εξάρσεις επιταχύνουν την επιδείνωση. Είναι λοιπόν σημαντικό να προλάβουμε την εμφάνιση της ΧΑΠ αλλά και να τη διαγνώσουμε έγκαιρα ώστε να μπορούμε να παρέμβουμε πριν δημιουργηθούν σοβαρές βλάβες. Γιατί όλα αυτά τα συμπτώματα, ιδιαίτερα στη προχωρημένη ΧΑΠ, όπως η δυσκολία στο περπάτημα και στις καθημερινές δραστηριότητες, ο έντονος βήχας και η απόχρεμψη και οι συχνές παροξύνσεις, επηρεάζουν πολύ τη ποιότητα ζωής και οδηγούν σε αναπηρία και κατάθλιψη.

Άτομα που καπνίζουν ή που ζουν και εργάζονται σε περιοχές με υψηλή ατμοσφαιρική μόλυνση, είναι καλό να επισκέπτονται τακτικά ένα πνευμονολόγο και να κάνουν έλεγχο της αναπνοής με σπιρομέτρηση, ιδιαίτερα αν έχουν συχνά συμπτώματα κρυολογήματος.

Η αναγνώριση των παραγόντων κινδύνου και η πρόληψη της έκθεσης σε αυτούς αποτελεί το πιο σημαντικό βήμα για την πρόληψη της νόσου. Σημαντικά μέτρα πρόληψης είναι:

Αγωγή από τα σχολεία ώστε να μην ξεκινούν τα παιδιά το κάπνισμα – που δυστυχώς πολύ συχνά αρχίζει στην εφηβεία
Ενθάρρυνση και στήριξη των καπνιστών ώστε να σταματήσουν το κάπνισμα. (Αυτό είναι δύσκολο γιατί η νικοτίνη είναι πολύ εθιστική και είναι καλύτερα να γίνεται με στήριξη από ομάδες ειδικών αλλά και άλλων καπνιστών που κάνουν προσπάθεια διακοπής)
Πρόληψη της έκθεσης σε παθητικό κάπνισμα για παιδιά αλλά και αγέννητα μωρά και βρέφη (ο παιδικός πνεύμονα δεν έχει αναπτυχθεί πλήρως και η ανάπτυξη επηρεάζεται και υπολείπεται μετά από έκθεση σε καπνό)
Τα άτομα με ΧΑΠ υποφέρουν συχνά και από άλλες ασθένειες (συννοσηρότητες) όπως καρδιακές παθήσεις, άγχος και κατάθλιψη, οστεοπόρωση, γαστρο-οισοφαγική παλινδρόμηση, δυσλειτουργία σκελετικών μυών, διαβήτη και μεταβολικό σύνδρομο ενώ συχνότερη είναι και η εμφάνιση καρκίνου του πνεύμονα. Οι ασθένειες αυτές έχουν παρόμοιους παράγοντες κινδύνου, όπως το κάπνισμα, και συχνά συμβάλλουν στην σοβαρότητα της ΧΑΠ.

Η διάγνωση της ΧΑΠ γίνεται μέσω μιας εξέτασης που λέγεται σπιρομέτρηση. Η εξέταση αυτή μετρά την ποσότητα του αέρα που βγαίνει από τους πνεύμονες σε μια μέγιστη εκπνοή καθώς και το πόσο γρήγορα γίνεται η εκπνοή αυτή. Αν η εξέταση δείξει ότι η ποσότητα αέρα που εκπνέει ένα άτομο είναι χαμηλή, μπορεί να υποδηλώνει στένωση των αεραγωγών και ΧΑΠ. Δεν δείχνει δε μόνο αν υπάρχει στένωση αλλά και πόσο σοβαρή είναι ώστε να μπορούν, ιατρός και ασθενής να αντιμετωπίσουν καλύτερα το πρόβλημα και να μειώσουν τα συμπτώματα και την επιδείνωση.

Δεν υπάρχει σήμερα θεραπεία που αντιστρέφει τη ΧΑΠ, ωστόσο η νόσος μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά ώστε να αμβλυνθούν τα συμπτώματα και οι επιπτώσεις τους στην ποιότητα ζωής. Η διαχείριση της ΧΑΠ περιλαμβάνει:

Μείωση της έκθεσης σε παράγοντες κινδύνου, όπως το κάπνισμα και η ατμοσφαιρική ρύπανση
Βελτίωση της ικανότητας άσκησης με φυσιοθεραπεία
Φαρμακευτική θεραπεία, συνήθως με εισπνεόμενα βρογχοδιασταλτικά ή και αντιφλεγμονώδη που βοηθούν στην ανακούφιση των συμπτωμάτων και στην πρόληψη των εξάρσεων
Πρόληψη των εποχιακών λοιμώξεων με εμβολιασμούς και μέτρα προστασίας όπως το συχνό πλύσιμο των χεριών
Στη σοβαρή ΧΑΠ, οξυγονοθεραπεία
Τα άτομα με ΧΑΠ μπορούν να απευθυνθούν σε προγράμματα φυσιοθεραπείας και άσκησης, γνωστά ως πνευμονική αποκατάσταση. Τα προγράμματα αυτά στοχεύουν στη βελτίωση της ικανότητας ενός ατόμου να ασκείται, και παρέχουν εκπαίδευση που βοηθά τον ασθενή να διαχειρίζεται την νόσο.

Η έρευνα για την πρόληψη και αντιμετώπιση της ΧΑΠ εξελίσσεται σε κλινικό και μοριακό/γενετικό επίπεδο. Είναι σημαντική η ενημέρωση και ευαισθητοποίηση του γενικού πληθυσμού, η έγκαιρη διάγνωση, η αντιμετώπιση από πολυεπιστημονικές ομάδες επιστημόνων υγείας, ιδιαίτερα για τους ασθενείς με σοβαρή ΧΑΠ και πολυνοσηρότητες και φυσικά η καλή συνεργασία ιατρού-ασθενούς.

Το αναπάντεχο αίτιο για την άνοια που εντόπισε νέα μελέτη

Την κοινωνική απομόνωση και τη μοναξιά κατά την παιδική ηλικία συνδέει μια νέα, εκτεταμένη διεθνής έρευνα με τις ρίζες της άνοιας και της γνωστικής εξασθένησης.

Σύμφωνα με τα ευρήματα, η μοναξιά που βιώνεται στην παιδική ηλικία μπορεί να αφήσει ανεξίτηλα σημάδια στον εγκέφαλο και να αυξήσει σημαντικά τον κίνδυνο άνοιας δεκαετίες αργότερα — ακόμη κι αν το άτομο δεν είναι πλέον μοναχικό στην ενήλικη ζωή.

Η μοναξιά ως καθοριστικός παράγοντας κινδύνου
Η μελέτη, στην οποία συμμετείχαν πάνω από 13.500 ενήλικες, έδειξε ότι όσοι ένιωθαν συχνά μόνοι και δεν είχαν κάποιο στενό φίλο όταν ήταν παιδιά ξεκινούσαν τη μέση ηλικία με χαμηλότερες γνωστικές επιδόσεις. Παράλληλα, παρουσίαζαν πιο γρήγορη ετήσια πτώση στη μνήμη και στη σκέψη σε σχέση με όσους δεν βίωσαν μοναξιά σε μικρή ηλικία.

Ειδικότερα, το 4,2% των συμμετεχόντων που είχαν έντονη αίσθηση μοναξιάς ως παιδιά εμφάνιζαν τον υψηλότερο κίνδυνο γνωστικής εξασθένησης. Όσοι δήλωσαν «συχνά ένιωθα μοναξιά» αντιμετώπιζαν 51% μεγαλύτερη πιθανότητα άνοιας — ακόμη κι αν διέθεταν κάποιον φίλο.

Ένα «τραύμα» στον εγκέφαλο που διαρκεί
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία της μελέτης είναι ότι ο αυξημένος κίνδυνος παρέμενε ισχυρός ακόμη και για όσους είχαν ξεπεράσει τη μοναξιά τους ως ενήλικες. Αυτό υποδηλώνει ότι η παιδική μοναξιά λειτουργεί ως χρόνια στρεσογόνος εμπειρία, που μπορεί να επηρεάσει μόνιμα τη δομή και λειτουργία του αναπτυσσόμενου εγκεφάλου.

Οι επιστήμονες εξηγούν ότι οι κοινωνικές εμπειρίες στα πρώτα χρόνια της ζωής είναι κρίσιμες για τον σχηματισμό νευρωνικών δικτύων. Η μοναξιά στερεί από τα παιδιά το «γνωστικό παιχνίδι» της κοινωνικής αλληλεπίδρασης, ενώ αυξάνει επίπεδα ορμονών του στρες που ενδέχεται να βλάψουν κέντρα μνήμης, όπως ο ιππόκαμπος.

Η μελέτη και τα ευρήματά της
Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση JAMA Network Open, πραγματοποιήθηκε από πανεπιστήμια της Κίνας, της Αυστραλίας και των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένων του Χάρβαρντ και εκείνου της Βοστώνης.

Οι επιστήμονες ανέλυσαν δεδομένα από μακροχρόνιο πρόγραμμα παρακολούθησης υγείας Κινέζων ενηλίκων, καλύπτοντας την περίοδο 2011–2018 ώστε να αποφευχθούν στρεβλώσεις από την πανδημία.

Σε διάρκεια επτά ετών, οι συμμετέχοντες υποβλήθηκαν επανειλημμένα σε τεστ μνήμης και σκέψης, ενώ καταγράφηκαν και περιστατικά άνοιας. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όσοι είχαν βιώσει μοναξιά και απουσία στενών φίλων κατά την παιδική ηλικία αντιμετώπιζαν 41% μεγαλύτερο κίνδυνο άνοιας — μια πάθηση που πλήττει ήδη επτά εκατομμύρια Αμερικανούς και αναμένεται να διπλασιαστεί έως το 2060.

Η παιδική ηλικία ως περίοδος ευαλωτότητας
Η νέα έρευνα προσθέτει ένα ακόμη κομμάτι στο παζλ που συνδέει τις δύσκολες παιδικές εμπειρίες με τη νοητική υγεία στο γήρας. Προηγούμενες μελέτες το 2024 είχαν δείξει ότι τραυματικές εμπειρίες, όπως φτώχεια, ενδοοικογενειακή βία, γονεϊκός εθισμός ή παραμέληση, σχετίζονται με μικρότερη πνευματική διαύγεια αργότερα.

Οι επιστήμονες θεωρούν ότι το σοβαρό άγχος στην παιδική ηλικία μπορεί να μεταβάλει την ανάπτυξη του εγκεφάλου, καθιστώντας τον πιο ευάλωτο σε μελλοντική εκφύλιση. Μάλιστα, διαπιστώθηκε μια «δοσοεξαρτώμενη» σχέση: όσο περισσότερα τα παιδικά τραύματα, τόσο μεγαλύτερη η πιθανότητα καθημερινών προβλημάτων μνήμης και χαμηλότερων επιδόσεων σε τεστ ταχύτητας σκέψης.

Η πανδημία μοναξιάς στα παιδιά σήμερα
Την ώρα που η έρευνα αποκαλύπτει τη μακροπρόθεσμη βλάβη της μοναξιάς, τα επίπεδά της αυξάνονται ανησυχητικά. Στις ΗΠΑ, η ευρεία χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης συνδέεται με εντονότερη απομόνωση των παιδιών.

Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά:

Το 64% των κοριτσιών 5–7 ετών, το 67% των κοριτσιών 8–10 ετών και το 73% των 11–13 ετών δηλώνουν ότι νιώθουν μοναξιά.
Στα αγόρια 11–17 ετών, πάνω από το ένα τέταρτο αναφέρει συχνή μοναξιά.
Παράλληλα, η κοινωνική απομόνωση αυξάνεται συνολικά. Ένας στους τέσσερις Αμερικανούς τρώει όλα τα γεύματα μόνος — μια συνήθεια που έχει αυξηθεί κατά 50% από το 2003. Την ίδια στιγμή, όλο και λιγότερα παιδιά παίζουν σε εξωτερικούς χώρους ή συμμετέχουν σε ομαδικά αθλήματα. Μία πρόσφατη μελέτη έδειξε ότι ένα στα τρία παιδιά δεν παίζει καθόλου εκτός σπιτιού τις σχολικές ημέρες, ενώ ένα στα πέντε δεν το κάνει ούτε τα Σαββατοκύριακα.

Τι σημαίνουν τα ευρήματα για το μέλλον
Παρότι οι μηχανισμοί που συνδέουν την παιδική μοναξιά με την άνοια δεν έχουν πλήρως αποσαφηνιστεί, οι επιστήμονες συμφωνούν ότι πρόκειται για έναν κρίσιμο παράγοντα που χρήζει περαιτέρω μελέτης.

Τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι η πρόληψη της άνοιας ίσως χρειάζεται να ξεκινά πολύ νωρίτερα απ’ ό,τι πιστεύαμε — όχι στην ενήλικη ζωή, αλλά ήδη από τα πρώτα χρόνια του παιδιού.

Η αντιμετώπιση της παιδικής μοναξιάς μέσω περισσότερο ποιοτικού χρόνου, ενίσχυσης του παιχνιδιού, καλλιέργειας υγιών κοινωνικών δεξιοτήτων και μείωσης των στρεσογόνων παραγόντων ίσως αποτελέσει μια από τις πιο αποτελεσματικές μακροπρόθεσμες επενδύσεις στη δημόσια υγεία.

iefimerida.gr

Μεσογειακή διατροφή, γλυκαιμικός δείκτης και υποστήριξη με GLP-1: Η συνολική προσέγγιση στη ρύθμιση του σακχάρου

Η Παγκόσμια Ημέρα Διαβήτη, μας υπενθυμίζει ότι ο σακχαρώδης διαβήτης (ΣΔ), αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις δημόσιας υγείας της εποχής μας.

Στην Ελλάδα, πρόσφατες ελληνικές μελέτες που βασίζονται σε μετρήσεις γλυκόζης και γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (HbA1c) ανεβάζουν τη συνολική επίπτωση του διαβήτη στο 12 % του πληθυσμού. Αντίστοιχα, στην Ευρώπη, η αναπροσαρμοσμένη επικράτηση του διαβήτη στους ενήλικες (20–79 ετών) εκτιμάται στο 9,2 %.

Τα δεδομένα αυτά υπογραμμίζουν την ανάγκη για πρόληψη, έγκαιρη διάγνωση και πολυδιάστατη θεραπευτική προσέγγιση, όχι μόνο φαρμακευτική, αλλά και διατροφική, σωματική και εκπαιδευτική.

Η μεσογειακή διατροφή και ο ρόλος του γλυκαιμικού δείκτη
Η μεσογειακή διατροφή, πλούσια σε λαχανικά, φρούτα, όσπρια, ξηρούς καρπούς, ψάρια και ελαιόλαδο, με περιορισμό του κόκκινου κρέατος και των επεξεργασμένων τροφίμων, παραμένει σημείο αναφοράς για την πρόληψη και αντιμετώπιση του διαβήτη. Πολλές μελέτες την έχουν συνδέσει με βελτιωμένη γλυκαιμική ρύθμιση και μειωμένο κίνδυνο καρδιομεταβολικών νοσημάτων.
Παράλληλα, ο γλυκαιμικός δείκτης (ΓΔ) και το γλυκαιμικό φορτίο (ΓΦ) αποτελούν πολύτιμα εργαλεία αξιολόγησης των υδατανθράκων, καθώς περιγράφουν τον ρυθμό με τον οποίο ένα τρόφιμο ή ένα γεύμα αντίστοιχα αυξάνει το σάκχαρο μετά την κατανάλωση του.
Διατροφή με χαμηλότερο γλυκαιμικό φορτίο έχει συσχετιστεί με μείωση της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (HbA1c), σταθερότερα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα και λιγότερες υπογλυκαιμίες.
Στα γεύματα των ατόμων με διαβήτη ή προδιάθεση για διαβήτη, συνιστάται η επιλογή τροφίμων χαμηλού ή μέτριου γλυκαιμικού δείκτη με σύνθετους υδατάνθρακες, όπως δημητριακά ολικής άλεσης, όσπρια και άγριο ρύζι, και ο περιορισμός των απλών σακχάρων και επεξεργασμένων τροφίμων.
Συνιστάται η προσεκτική ανάγνωση των διατροφικών ετικετών, η επιλογή τροφίμων υψηλής θρεπτικής αξίας και χαμηλής επεξεργασίας, καθώς και η έμφαση σε φυτικές ίνες και υγιή λιπαρά (ελαιόλαδο, αβοκάντο, λιπαρά ψάρια).
Πρακτική εφαρμογή: «Το Υγιεινό μου Πιάτο»
Ένα απλό, αλλά ιδιαίτερα αποτελεσματικό εργαλείο εκπαίδευσης και εφαρμογής σωστής διατροφής είναι η μέθοδος του «Υγιεινού Πιάτου» που βασίζεται στη μεσογειακή διατροφή:

Το ½ του πιάτου να καλύπτεται από σαλάτα και λαχανικά (ψητά, βραστά, ωμά).
Το ¼ του πιάτου να καλύπτεται από πρωτεΐνη υψηλής βιολογικής αξίας (όπως άπαχο κρέας, ψάρι, κοτόπουλο, αυγό, τυρί).
Το ¼ του πιάτου να καλύπτεται από υδατάνθρακες χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη (π.χ. ζυμαρικά ολικής άλεσης, ψωμί ολικής, άγριο ρύζι).

Η προσέγγιση αυτή συμβάλλει στη σταθεροποίηση της γλυκόζης, ενισχύει τον κορεσμό και διευκολύνει τη συμμόρφωση του ασθενούς.

Η διατροφική θεραπεία (Medical Nutrition Therapy) αναγνωρίζεται διεθνώς, από οργανισμούς όπως η Αμερικανική Διαβητολογική Εταιρεία (ADA), ως βασικός πυλώνας στη διαχείριση του διαβήτη και οφείλει να επανεκτιμάται τακτικά.

Η συμβολή της άσκησης
Η σωματική δραστηριότητα αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της θεραπείας, καθώς βελτιώνει την ευαισθησία στην ινσουλίνη, συμβάλλει στη ρύθμιση του σωματικού βάρους και στη διατήρηση της μυϊκής μάζας.

Η σύσταση περιλαμβάνει τουλάχιστον 150 λεπτά μέτριας έντασης άσκησης ανά εβδομάδα (π.χ. περπάτημα, ποδηλασία, κολύμβηση), σε συνδυασμό με ασκήσεις ενδυνάμωσης 2–3 φορές την εβδομάδα. Ακόμη και απλές καθημερινές δραστηριότητες, όπως η χρήση σκάλας έναντι του ανελκυστήρα ή μικροί περίπατοι μετά τα γεύματα, συμβάλλουν σημαντικά στη γλυκαιμική σταθερότητα.

GLP-1 αγωνιστές: νέα δεδομένα και διατροφικές οδηγίες
Τα νεότερα φάρμακα για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας και του σακχαρώδη διαβήτη, που δρουν ως αγωνιστές του υποδοχέα GLP-1 (GLP-1 RAs) σύμφωνα με το Αμερικάνικο Κολλέγιο Καρδιολογίας αποτελούν πλέον πρώτης γραμμής θεραπεία για την μείωση των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα, ενώ συμβάλουν σημαντικά στην πρόοδο της θεραπείας του διαβήτη τύπου 2, καθώς ρυθμίζουν τη γλυκόζη, μειώνουν την όρεξη και συντελούν στην απώλεια βάρους. Ωστόσο, λόγω της μειωμένης πρόσληψης τροφής που συχνά προκαλούν, απαιτείται προσεκτική διατροφική παρακολούθηση για την αποφυγή απώλειας μυϊκής μάζας.

Η επαρκής πρόσληψη πρωτεΐνης (1,0–1,5 γρ. ανά κιλό σωματικού βάρους, ανάλογα με την ηλικία και τη νεφρική λειτουργία) είναι κρίσιμη, ενώ συστήνεται η ισομερής κατανομή της μέσα στην ημέρα. Σε περιόδους ναυτίας ή μειωμένης όρεξης, προτιμώνται εύπεπτα και πρωτεϊνούχα τρόφιμα, όπως γιαούρτι, smoothies ή σούπες. Η αποφυγή γευμάτων πλούσιων σε λίπος ή τροφίμων με απλούς υδατάνθρακες, καθώς και η προσαρμογή της διατροφής στις τυχόν γαστρεντερικές παρενέργειες, συμβάλλουν στην καλύτερη ανεκτικότητα της θεραπείας.

Συμπερασματικά
Η ολιστική διαχείριση του σακχαρώδη διαβήτη στηρίζεται στη συνέργεια διατροφής, άσκησης και φαρμακοθεραπείας, με στόχο τη μεταβολική ισορροπία και την ποιότητα ζωής του ασθενούς. Η σωστή, εξατομικευμένη διατροφή, με ποιοτικούς υδατάνθρακες, πρωτεΐνη υψηλής βιολογικής αξίας και υγιή λιπαρά σε συνδυασμό με την τακτική φυσική δραστηριότητα, ενισχύει τον έλεγχο της γλυκόζης και τη διατήρηση της μυϊκής μάζας. Σε άτομα που λαμβάνουν αγωγή με GLP-1, η προσεκτική προσαρμογή της διατροφής και η τακτική συνεργασία με ενδοκρινολόγο και διαιτολόγο είναι απαραίτητες για τη βέλτιστη θεραπευτική ανταπόκριση. Τέλος, η εκπαίδευση του ασθενούς μέσα από πρακτικά εργαλεία, όπως το «Υγιεινό μου Πιάτο», αποτελεί θεμέλιο λίθο για τη συμμόρφωση και την αποτελεσματική αυτοδιαχείριση της νόσου.

iefimerida.gr

Σύμφωνα με τους ερευνητές, υπάρχει ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο εγκέφαλός μας αποδίδει καλύτερα

Μια νέα επιστημονική μελέτη έρχεται να επιβεβαιώσει ότι ο εγκέφαλός μας δεν είναι εξίσου αποδοτικός όλη τη μέρα.

Σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Frontiers in Psychology, η κορύφωση της γνωστικής λειτουργίας του ανθρώπινου εγκεφάλου καταγράφεται το πρωί, και συγκεκριμένα μεταξύ 10:30 και 12:00.

Η μελέτη, στην οποία συμμετείχαν εννέα ερευνητές, βασίστηκε στην ανάλυση περισσότερων από 100.000 προφορικών εξετάσεων φοιτητών. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι επιδόσεις στις πρωινές ώρες ήταν έως και 20% καλύτερες σε σχέση με άλλες στιγμές της ημέρας.

Πώς μειώνεται σταδιακά η απόδοση του εγκεφάλου
Οι επιστήμονες αποδίδουν το φαινόμενο αυτό στους κιρκάδιους ρυθμούς -το «εσωτερικό ρολόι» του οργανισμού- και επισημαίνουν ότι η πνευματική κόπωση που συσσωρεύεται μέσα στην ημέρα μειώνει σταδιακά την απόδοση του εγκεφάλου.

«Το μεσημεριανό peak πιθανότατα αντικατοπτρίζει μια ιδανική ισορροπία ανάμεσα στον χρονότυπο και την κόπωση», αναφέρουν.

Όπως υπογραμμίζουν οι ερευνητές, τα ευρήματα αυτά δεν αφορούν μόνο τους φοιτητές, αλλά μπορούν να εφαρμοστούν και στον χώρο της εργασίας, της υγείας, του αθλητισμού, ακόμη και στις δημόσιες πολιτικές.

Ωστόσο, προειδοποιούν ότι η εικόνα δεν είναι πλήρης. Παράγοντες όπως ο χρονότυπος κάθε ατόμου, τα συναισθήματα και το στρες πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη σε μελλοντικές μελέτες.

iefimerida.gr

ΕΕ: Ένας στους πέντε θανάτους από καρδιαγγειακές παθήσεις συνδέονται με περιβαλλοντικούς κινδύνους -Πώς αποφεύγονται

Στην Ευρώπη, ένας στους πέντε θανάτους που συνδέονται με καρδιαγγειακές παθήσεις θα μπορούσε να αποφευχθεί εάν μειώνονταν οι περιβαλλοντικοί κίνδυνοι, όπως η ατμοσφαιρική ρύπανση, οι ακραίες θερμοκρασίες και η έκθεση σε επιβλαβή χημικά προϊόντα.

Όπως προειδοποίησε ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος, «στην Ευρωπαϊκή Ένωση οι καρδιαγγειακές παθήσεις αποτελούν τη βασική αιτία θανάτου: περισσότεροι από 1,7 εκατ. άνθρωποι πέθαναν το 2022», κάτι που σημαίνει ότι το ένα τρίτο των θανάτων οφειλόταν σε αυτές τις ασθένειες, ανέφερε ο ΕΟΠ.

Τουλάχιστον το 18% αυτών των θανάτων προκαλούνται από περιβαλλοντικούς παράγοντες: περίπου 130.000 άνθρωποι πεθαίνουν κάθε χρόνο λόγω της ρύπανσης από λεπτά αιωρούμενα σωματίδια και 115.000 λόγω του ακραίου ψύχους ή της ακραίας ζέστης.

Εξάλλου, τουλάχιστον 6 εκατομμύρια νέα κρούσματα καρδιαγγειακών παθήσεων διαγιγνώσκονται κάθε χρόνο, με συνολικό κόστος για την Ευρώπη 282 δισ. ευρώ.

Για τον ΕΟΠ, οι θάνατοι αυτοί είναι αποτρέψιμοι μέσω «παρεμβάσεων και πολιτικών». «Είναι κρίσιμης σημασίας να τους αντιμετωπίσουμε», πρόσθεσε.

Η ΕΕ «είναι ήδη σε καλό δρόμο ώστε να επιτύχει τον στόχο της, δηλαδή να υλοποιήσει το σχέδιο δράσης για μηδενική ρύπανση και μέχρι το 2030 να μειώσει τους πρόωρους θανάτους που αποδίδονται στην ατμοσφαιρική ρύπανση κατά 55% σε σύγκριση με το 2005» εκτιμά ο ΕΟΠ, μια υπηρεσία που εδρεύει στην Κοπεγχάγη. Θα πρέπει, ωστόσο, να γίνουν ακόμη περισσότερα, να ευαισθητοποιηθούν οι πολίτες όσον αφορά τους καρδιαγγειακούς κινδύνους που σχετίζονται με περιβαλλοντικούς παράγοντες, να μειωθεί η ηχορύπανση των μεταφορών και να ενισχυθούν οι κανονισμοί που αφορούν τη χρήση χημικών.

ΑΠΕ ΜΠΕ

ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΛΛΑΔΟΣ
Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες cookie αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποιες ενότητες του ιστότοπου θεωρείτε πιο ενδιαφέρουσες και χρήσιμες.

Μπορείτε να προσαρμόσετε όλες τις ρυθμίσεις cookie σας μεταβαίνοντας στις καρτέλες στην αριστερή πλευρά.