Η παχυσαρκία και οι συνέπειές της

Τα τελευταία σαράντα χρόνια το πρόβλημα της παχυσαρκίας στον πλανήτη έχει τριπλασιαστεί σε μέγεθος. Το 2016 1,6 δισεκατομμύρια ενήλικες παγκοσμίως ήταν υπέρβαροι και 650 εκατομμύρια ήταν παχύσαρκοι. Στην Ελλάδα το φαινόμενο είναι ιδιαίτερα έντονο, καθώς είναι πρώτη στην ΕΕ στην παιδική παχυσαρκία, και στις πρώτες θέσεις στην παχυσαρκία των ενηλίκων. Το 63% των Ελλήνων ηλικίας άνω των 18 είναι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι.

Η διαΝΕΟσις ανέθεσε σε μια ερευνητική ομάδα υπό τον συντονισμό του καθηγητή Γιάννη Μανιού από το Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο την εκπόνηση μιας μελέτης που χαρτογραφεί το πρόβλημα στις πραγματικές του διαστάσεις, και προτείνει μια σειρά από δράσεις σε σχολεία και στις δομές πρωτοβάθμιας υγείας για την αντιμετώπισή του.

Ως παχυσαρκία ορίζεται η αυξημένη συσσώρευση σωματικού λίπους στο ανθρώπινο σώμα, που μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την υγεία. Αναγνωρίστηκε ως νόσος πριν από περίπου μισό αιώνα και πλέον αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα χρόνια προβλήματα υγείας παγκοσμίως.

Το αν ένα άτομο είναι παχύσαρκο, υπέρβαρο ή όχι υπολογίζεται με τη μέτρηση του σωματικού του λίπους. Ωστόσο, επειδή αυτή είναι δύσκολη διαδικασία που χρειάζεται εξειδικευμένο εξοπλισμό, γι’ αυτή τη δουλειά κατά κανόνα χρησιμοποιείται ο “Δείκτης Μάζας Σώματος” (o γνωστός με το αγγλικό αρκτικόλεξο BMI), που μετρά το σωματικό βάρος σε σχέση με το ύψος, εκτιμώντας έτσι έμμεσα τη συσσώρευση λίπους στο σώμα. Ο BMI υπολογίζεται αν διαιρέσουμε το σωματικό βάρος σε κιλά με το τετράγωνο του ύψους σε μέτρα. Για παράδειγμα, ένα άτομο με ύψος 1,75 μέτρα και βάρος 70 κιλά έχει BMI 22,9. Όπως φαίνεται και για τον παρακάτω πίνακα, που αφορά κυρίως στα σώματα ενηλίκων Ευρωπαίων/Καυκάσιων, άτομα με ΒΜΙ άνω του 25 λογίζονται ως υπέρβαρα και άτομα με ΒΜΙ άνω του 30 ως παχύσαρκα (σε άτομα άλλης εθνοτικής καταγωγής τα όρια είναι ελαφρώς διαφορετικά).

Για τη μέτρηση της παχυσαρκίας των ανηλίκων χρησιμοποιούνται άλλες κλίμακες, οι οποίες διαφοροποιούνται και ανάλογα με την ηλικία και το φύλο.

Γιατί η παχυσαρκία αποτελεί πρόβλημα
Η παχυσαρκία συνδέεται με μια σειρά από καρδιακές και μεταβολικές διαταραχές, οι οποίες μπορεί να εξελιχθούν σε χρόνια νοσήματα, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 (ΣΔ2 -το 80-85% του ΣΔ2 στους ανθρώπους αποδίδεται στην παχυσαρκία) τα καρδιαγγειακά νοσήματα, κάποιοι καρκίνοι, η οστεοαρθρίτιδα, χολολιθιάσεις (οι πέτρες στη χολή, δηλαδή) και σοβαρές διαταραχές του ύπνου. Για κάθε αύξηση του BMI κατά 5 μονάδες αυξάνεται ο κίνδυνος εμφάνισης στεφανιαίας νόσου κατά 27% και ο κίνδυνος εμφάνισης εγκεφαλικού επεισοδίου κατά 18%. Η παχυσαρκία έχει, επιπλέον, επιπτώσεις στην ψυχική υγεία, κοινωνικό αντίκτυπο αλλά και οικονομικό κόστος (ιδιαίτερα στο σύστημα υγείας). Στα παιδιά συνδέεται με τη σιδηροπενία και την υποβιταμίνωση D οι οποίες μπορεί να επηρεάζουν αρνητικά τη γνωσιακή, μυοσκελετική και σωματική τους ανάπτυξη. Και, βεβαίως, τα παιδιά που είναι παχύσαρκα έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να γίνουν και παχύσαρκοι ενήλικες.

Η αύξηση του λίπους επιπλέον πυροδοτεί και μια σειρά από άλλες βιοχημικές διεργασίες, από την αύξηση του επιπέδου κάποιων ορμονών μέχρι τη διαταραχή της μεταφοράς της χοληστερόλης από το συκώτι στο έντερο (μια διαταραχή που μπορεί να δημιουργεί πέτρες στη χολή) καθώς και μια σειρά από άλλες διαταραχές, από τη συσσώρευση λίπους στο φάρυγγα που μπορεί να προκαλεί προβλήματα στην αναπνευστική λειτουργία κατά τη διάρκεια του ύπνου, μέχρι την πίεση στο μυοσκελετικό σύστημα και στις αρθρώσεις. Τα λιποκύτταρα, δε, δεσμεύουν τη βιταμίνη D, η οποία είναι λιποδιαλυτή. Τα παχύσαρκα άτομα, καθώς έχουν αυξημένο σωματικό λίπος, συχνά έχουν χαμηλότερη συγκέντρωση βιταμίνης D στο αίμα. Μεταξύ άλλων συνεπειών αυτού του φαινομένου, έρευνες έχουν δείξει ότι άτομα με έλλειψη βιταμίνης D εμφανίζουν μεγαλύτερες πιθανότητες βαριάς νόσησης ή θανάτου αν νοσήσουν με Covid-19.

Στα παιδιά, δε, τονίζεται στη μελέτη της διαΝΕΟσις, πέρα από τις πιθανές επιπτώσεις της παχυσαρκίας στην υγεία τους πριν από την ενηλικίωση (από αυξημένες πιθανότητες αναπνευστικών ή ορθοπεδικών προβλημάτων, μέχρι διαταραχές στην έμμηνο ρύση), αλλά και την αυξημένη πιθανότητα να εμφανίσουν από την παιδική ή την εφηβική ηλικία παθολογικές καταστάσεις που κατά κανόνα εμφανίζονται στην ενήλικη ζωή (σακχαρώδη διαβήτη, υπέρταση -περίπου τα μισά παιδιά σχολικής ηλικίας με παχυσαρκία εμφανίζουν ιδιαίτερα αυξημένα επίπεδα αρτηριακής πίεσης) υπάρχουν και άλλες: τα υπέρβαρα παιδιά φαίνεται ότι έχουν χαμηλότερες επιδόσεις στο σχολείο και απουσιάζουν συχνότερα και για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα από τα μαθήματα. Και, βεβαίως, το 70-80% των παχύσαρκων εφήβων παραμένουν παχύσαρκοι και ως ενήλικες.

Δεν μπορούν να αγνοηθούν και οι κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις της παχυσαρκίας. Οι προκαταλήψεις στις κοινωνίες συχνά οδηγούν σε κοινωνικό στιγματισμό και διακρίσεις κατά των παχύσαρκων ατόμων που, όπως έχει φανεί σε μελέτες, συμβάλουν στην εμφάνιση άγχους και κατάθλιψης. Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ από το 2019, δε, στην παχυσαρκία οφείλεται το 9% των ετήσιων δαπανών υγείας στην Ελλάδα. Σύμφωνα με την ίδια μελέτη, το ετήσιο ΑΕΠ στην Ελλάδα κατά την περίοδο 2020-2050 θα είναι 3% μικρότερο από ό,τι θα ήταν αν δεν υπήρχαν οι οικονομικές συνέπειες της παχυσαρκίας.

Πόσο μεγάλο είναι το πρόβλημα στην Ελλάδα
Περισσότεροι από τους μισούς ενήλικες στην Ελλάδα είναι παχύσαρκοι ή υπέρβαροι. Σύμφωνα με δεδομένα του ΠΟΥ από το 2019, το 37,9% των Ελλήνων ενηλίκων είναι υπέρβαροι και το 24,9% είναι παχύσαρκοι. Το 44% των Ελλήνων και το 30,8% των Ελληνίδων είναι υπέρβαροι/ες, ενώ τα δύο φύλα εμφανίζουν τα ίδια ποσοστά παχυσαρκίας: ένας στους τέσσερις Έλληνες και μία στις τέσσερις Ελληνίδες ανήκουν σε αυτή την κατηγορία.

Ενδιαφέρον έχει επίσης, όπως επισημαίνεται στη μελέτη, το ότι στα τρία τέταρτα των ελληνικών οικογενειών τουλάχιστον ένας από τους δύο γονείς είναι υπέρβαρος ή παχύσαρκος.

Παράλληλα, τα παιδιά στην Ελλάδα εμφανίζουν τα μεγαλύτερα ποσοστά παχυσαρκίας στην Ευρώπη. Το ποσοστό των παιδιών ηλικίας 4-6 ετών που είναι παχύσαρκα ή υπέρβαρα είναι 20,6%. Στα παιδιά ηλικίας 6-10 ανεβαίνει στο 38,5% και στα παιδιά ηλικίας 10-12 ετών φτάνει το 41,2%.

Τα ποσοστά υπέρβαρου και παχυσαρκίας στα παιδιά φαίνεται πως είναι μεγαλύτερα σε επαρχιακές και αγροτικές περιοχές από ό,τι στις πόλεις. Αλλά και εντός των πόλεων εμφανίζονται ανισότητες: μόνο το 2,7% των παιδιών στο Χαλάνδρι είναι παχύσαρκα -στο Κερατσίνι το ποσοστό είναι 20,3%. Ωστόσο, τα ποσοστά των υπέρβαρων παιδιών είναι παρόμοια σχεδόν παντού -περίπου ένα στα τρία παιδιά στις περισσότερες περιοχές της Ελλάδας είναι υπέρβαρο. Στις πολύ μικρές ηλικίες τα κορίτσια είναι πιο συχνά υπέρβαρα ή παχύσαρκα από τα αγόρια, αλλά στη συνέχεια τα ποσοστά εξισώνονται μέχρι την εφηβεία, όταν και τα αγόρια γίνεται πιο πιθανό να είναι παχύσαρκα.

Πού οφείλεται το φαινόμενο της παχυσαρκίας στην κοινωνία μας
Η μελέτη της διαΝΕΟσις επισημαίνει στη συνέχεια ότι η παχυσαρκία οφείλεται στο θετικό ενεργειακό ισοζύγιο του σώματος -το ότι δηλαδή εισάγουμε περισσότερη ενέργεια στο σώμα με τις τροφές από όση καταναλώνουμε, με αποτέλεσμα αυτή να συσσωρεύεται ως λίπος. Υπάρχουν, όμως, διάφοροι κοινωνικοί, περιβαλλοντικοί αλλά και γενετικοί παράγοντες που κάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης αυτής της ανισορροπίας μεγαλύτερο. Κάποιοι από αυτούς εμφανίζονται ακόμα και από τα πολύ πρώιμα στάδια της ζωής -ακόμα και πριν από τη γέννηση. Πριν δούμε αυτούς τους παράγοντες αναλυτικά, αξίζει να τονίσουμε ότι η επίδρασή τους στο φαινόμενο είναι συνδυαστική. Το θέμα της παχυσαρκίας είναι πολύπλοκο και ευαίσθητο κοινωνικά και συχνά η απόδοση ευθυνών για την εμφάνισή του στο επίπεδο των προσωπικών επιλογών ή και στο επίπεδο της οικογένειας είναι απλουστευτικές και άδικες.

Παρακάτω θα διαβάσετε, για παράδειγμα, ότι οι πιθανότητες ένα παιδί να είναι παχύσαρκο αυξάνονται αν η μητέρα του κάπνιζε κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, ή αν παίρνει βάρος πάρα πολύ γρήγορα μετά τη γέννηση. Ή, ακόμα, ότι τα παιδιά που τα φροντίζουν κυρίως οι γιαγιάδες ή η παππούδες τους έχουν περισσότερες πιθανότητες να γίνουν υπέρβαρα ή παχύσαρκα από ό,τι αυτά που τα φροντίζουν κυρίως οι γονείς. Ή ότι 3 στους 4 Έλληνες ενήλικες τρώνε λιγότερα φρούτα και λαχανικά από τις ενδεδειγμένες ποσότητες. Κανένας από αυτούς του παράγοντες δεν είναι μοναδικός και δεν προσφέρεται για την απόδοση εύκολων ευθυνών. Αντίθετα, λειτουργούν μόνο σε συνδυασμό μεταξύ τους και με τις άλλες συνθήκες που ορίζουν τη ζωή και το περιβάλλον του σύγχρονου ανθρώπου. Μάλιστα, μερικοί από τους πιο κρίσιμους είναι ελάχιστα γνωστοί και σπάνια αναφέρονται στο δημόσιο διάλογο σχετιζόμενοι με την παχυσαρκία, όπως η ασφάλεια της γειτονιάς, το πόσα σπίτια έχουν αυλή, η ποιότητα των πεζοδρομίων, η εύκολη πρόσβαση σε χώρους άθλησης ή η οικονομική άνεση μιας οικογένειας. Εδώ παραθέτουμε μερικούς από τους σημαντικότερους παράγοντες που επηρεάζουν το φαινόμενο, οι οποίοι αναλύονται στη μελέτη.

Οι πιο γνωστοί παράγοντες έχουν, βεβαίως, να κάνουν με τον τρόπο ζωής παιδιών και ενηλίκων. Το πόσες και τι είδους τροφές καταναλώνουμε, το αν αθλούμαστε ή ασκούμαστε σωματικά και το πόση ώρα αφιερώνουμε σε «καθιστικές» δραστηριότητες επηρεάζουν δραματικά την πιθανότητα αύξησης του σωματικού βάρους, ανεξαρτήτως άλλων παραγόντων. Πρόκειται για πράγματα που για κάποιους θεωρούνται αυτονόητα αλλά, από ό,τι αποδεικνύεται, για πολλούς δεν είναι. Σύμφωνα με μία από τις έρευνες που συγκέντρωσαν πολλά από τα στοιχεία που παρουσιάζονται στη μελέτη, μόνο το 8% των Ελλήνων γνωρίζουν τις συστάσεις για τη σωστή διατροφή, και μόνο το 35,2% τις συστάσεις για τη σωματική δραστηριότητα (νούμερα αρκετά χαμηλότερα από άλλων ευρωπαϊκών χωρών).

Όπως αναφέρεται στη μελέτη της διαΝΕΟσις, στην Ελλάδα μόνο το 25% των ενηλίκων καταναλώνουν φρούτα και λαχανικά στις ποσότητες που προτείνονται. Αυτό το ποσοστό μπορεί να είναι μικρό, αλλά από διάφορες έρευνες τεκμηριώνεται ότι οι διατροφικές συνήθειες των Ελλήνων δεν είναι πολύ χειρότερες από τις συνήθειες άλλων λαών με πολύ μικρότερα ποσοστά παχυσαρκίας. Ή κρίσιμη διαφορά ίσως να είναι το εξής: το 68% των Ελλήνων ενηλίκων δεν γυμνάζονται καθόλου και δεν ασχολούνται με κανένα άθλημα -το μεγαλύτερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι Έλληνες, δε, καταναλώνουν πάνω από τρεις ώρες καθημερινά μπροστά σε οθόνες εκτός εργασίας -περισσότερο από τους κατοίκους 15 άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Και, βεβαίως, υπάρχουν και άλλοι σημαντικοί επιβαρυντικοί παράγοντες, από το κοινωνικό περιβάλλον και τη γειτονιά στην οποία ζει κανείς, μέχρι την οικονομική κατάσταση, τον διαθέσιμο ελεύθερο χρόνο και τη διάρκεια του ύπνου. Κάποιοι από αυτούς μπορεί να εξηγούν και το γιατί οι Έλληνες δεν ασκούνται αρκετά σωματικά: σε σχετικές ερωτήσεις πρόσφατης έρευνας το ποσοστό των Ελλήνων που δήλωναν ότι δεν ασκούνται επειδή η γειτονιά τους “δεν έχει τις κατάλληλες υποδομές”, “δεν έχει καλή αισθητική” ή “δεν είναι ασφαλής” ήταν διπλάσιο από το ποσοστό των ερωτηθέντων άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

Ένα σοβαρό αλλά ελάχιστα γνωστό πρόβλημα είναι η υποεκτίμηση του βάρους των παιδιών από τους γονείς τους. Το 88% των γονέων με παιδιά προσχολικής ηλικίας που είναι υπέρβαρα και το 55,8% των γονέων με παιδιά που είναι παχύσαρκα θεωρούν ότι το παιδί τους έχει φυσιολογικό σωματικό βάρος. Κάτι που βεβαίως δεν είναι μόνο ελληνικό χαρακτηριστικό -εμφανίζεται συχνά και σε άλλες χώρες, σημειώνεται στη μελέτη της διαΝΕΟσις.

Αλλά αυτοί δεν είναι οι μόνοι παράγοντες που επηρεάζουν το αν ένα παιδί θα γίνει υπέρβαρο ή παχύσαρκο. Υπάρχουν και άλλοι, που δρουν από πολύ, πολύ νωρίτερα. Από ό,τι έχει τεκμηριωθεί από πολλές έρευνες, παράγοντες όπως το υπερβάλλον σωματικό βάρος της μητέρας πριν από την εγκυμοσύνη, η υπέρμετρη αύξηση βάρους της μητέρας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και το κάπνισμα της μητέρας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης (ενεργητικό ή παθητικό) παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στη μετέπειτα εξέλιξη του παιδιού. Ένα παιδί είναι 2,6 φορές πιθανότερο να γίνει παχύσαρκο όταν η μητέρα του είναι παχύσαρκη πριν από την εγκυμοσύνη. Το 35% των Ελληνίδων μητέρων αυξάνουν το βάρος τους υπέρμετρα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης -τα παιδιά τους έχουν διπλάσια πιθανότητα να εμφανίσουν παχυσαρκία από τα υπόλοιπα.

Το 11,5% των Ελληνίδων μητέρων δηλώνουν ότι κάπνιζαν κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης τους. Σύμφωνα με την έρευνα Feel4Diabetes, τα παιδιά που γεννιούνται από μητέρες που κάπνιζαν κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης έχουν 2,6 μεγαλύτερες πιθανότητες να γίνουν παχύσαρκα. Η συσχέτιση αυτή τεκμηριώνεται ακόμα και για το παθητικό κάπνισμα.

Μετά τη γέννηση, δε, υπάρχουν κι άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν το αν ένα παιδί θα γίνει υπέρβαρο ή παχύσαρκο. Βρέφη που γεννήθηκαν με βάρος υψηλότερο του φυσιολογικού έχουν 1,8 φορές μεγαλύτερες πιθανότητες να γίνουν παχύσαρκα ως παιδιά. Περίπου 10% των Ελληνίδων μητέρων θηλάζουν αποκλειστικά τους πρώτους έξι μήνες -τα παιδιά που τρέφονται έτσι σε αυτό το διάστημα έχουν 2 φορές μικρότερη πιθανότητα να γίνουν παχύσαρκα σε σχέση με τα υπόλοιπα. Επιπλέον, τα παιδιά που αυξάνουν το σωματικό τους βάρος υπερβολικά γρήγορα στα δύο πρώτα χρόνια της ζωής τους -πάνω από 1 στα 3 παιδιά στην Ελλάδα ανήκουν σε αυτή την κατηγορία- έχουν τετραπλάσια πιθανότητα εμφάνισης παχυσαρκίας σε επόμενα στάδια.

Όλοι αυτοί οι “περιγεννητικοί” παράγοντες λειτουργούν συνδυαστικά. Κανένας από μόνος του δεν καθορίζει αποφασιστικά το τι θα συμβεί στο μέλλον ενός παιδιού, αλλά όλοι μαζί διαμορφώνουν ένα περιβάλλον στο οποίο οι πιθανότητες ένα παιδί να γίνει παχύσαρκο αυξάνονται ή μειώνονται ανάλογα με ό,τι συμβαίνει κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και τους πρώτους μήνες ζωής του.

Όπως ισχύει και για τους υπόλοιπους παράγοντες, αν και ο ρόλος των περιγεννητικών παραγόντων είναι σημαντικός, δεν είναι ο μόνος, και γι’ αυτό η απόδοση ευθυνών σε μητέρες ή σε γονείς (ή σε γιαγιάδες, ή παππούδες) απομονώνοντας κάθε έναν από αυτούς τους παράγοντες ξεχωριστά είναι αναποτελεσματική και άδικη. Όλα τα επόμενα στάδια της ζωής του ανθρώπου, με κρισιμότερη την εφηβεία και το διάστημα μετά την ενηλικίωση, επηρεάζουν επίσης το φαινόμενο με πολύπλοκους και αλληλοσυμπληρώμενους τρόπους, σημειώνεται στη μελέτη της διαΝΕΟσις.

Αξίζει, δε, να κρατάμε και αυτά τα στοιχεία στο μυαλό μας:

Τα παχύσαρκα παιδιά έχουν πέντε φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να γίνουν παχύσαρκοι ενήλικες απ’ ό,τι τα παιδιά με φυσιολογικό σωματικό βάρος.
Το 70% των παχύσαρκων εφήβων εξακολουθούν να είναι παχύσαρκοι και μετά τα 30.

Αλλά, παράλληλα,

Το 70% των παχύσαρκων ενηλίκων δεν ήταν παχύσαρκοι ως παιδιά.

Τι προτείνει η μελέτη
Δεδομένου ότι το πρόβλημα της παχυσαρκίας οφείλεται σε τόσο πολλούς, συμπληρωματικούς παράγοντες, πολλοί από τους οποίους συνδέονται με τον τρόπο ζωής και τις προσωπικές επιλογές οικογενειών που αντιμετωπίζουν διαφορετικές και ενίοτε πολύ δύσκολες καταστάσεις και προκλήσεις, μια γενική και οριζόντια λύση για το θέμα θα ήταν πολύ δύσκολη υπόθεση.

Πάντως προσπάθειες έχουν γίνει, τονίζει η μελέτη της διαΝΕΟσις. Από τη δεκαετία του 1970 κιόλας έχουν εφαρμοστεί διάφορα προγράμματα ενημέρωσης και πρόληψης της παχυσαρκίας σε διάφορες χώρες του κόσμου, τα οποία περιλάμβαναν δράσεις ενημέρωσης παιδιών και γονέων και διάφορες μορφές παρεμβάσεων σε σχολεία και οικογένειες, κάποια από τα οποία είχαν μετρήσιμα και σημαντικά αποτελέσματα.

Οι ερευνητές, λαμβάνοντας υπ’ όψιν όλα όσα έχουν προηγηθεί (με έμφαση στα προγράμματα ToyBox και Feel4Diabetes που είχαν σχεδιαστεί και υλοποιηθεί από την ίδια ερευνητική ομάδα), καταλήγουν στην πρόταση υλοποίησης ενός προτεινόμενου σχεδίου δράσης με δύο άξονες: αφενός τον σχεδιασμό και την εφαρμογή προγραμμάτων παρέμβασης σε σχολεία για την προώθηση της υγιεινής διατροφής και την αύξηση της σωματικής δραστηριότητας για τα παιδιά και τις οικογένειες τους, και αφετέρου τον σχεδιασμό και την υλοποίηση μιας διαδικασίας εύκολου και έγκαιρου εντοπισμού των οικογενειών υψηλού κινδύνου για την παχυσαρκία και τα συνοδά της νοσήματα, με κέντρο της παρέμβασης τις δομές της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας ανά την Ελλάδα.

Το προτεινόμενο σχέδιο δράσης συνίσταται στην καταγραφή των δεικτών ανάπτυξης και υγείας των παιδιών, των εφήβων αλλά και των γονέων τους μέσω της ήδη θεσμοθετημένης ιατρικής εξέτασης των παιδιών για τη συμπλήρωση του Ατομικού Δελτίου Υγείας Μαθητή (ΑΔΥΜ). Το γνωστό ΑΔΥΜ, που συμπληρώνεται υποχρεωτικά από τους παιδιάτρους για τη φοίτηση των παιδιών στο σχολείο, μπορεί να εμπλουτιστεί με στοιχεία για τους γονείς (ανθρωπομετρικά χαρακτηριστικά, συνήθειες διατροφής και άσκησης, άλλων παραγόντων κινδύνου για χρόνια νοσήματα) δημιουργώντας έτσι ένα σύστημα αξιολόγησης των δεικτών υγείας του πληθυσμού. Με αυτό τον τρόπο θα μπορούν να εντοπίζονται οι οικογένειες “υψηλού κινδύνου” (πάντα, όπως τονίζει η έρευνα, μέσα από διαδικασίες αυστηρής προστασίας των προσωπικών δεδομένων). Οι οικογένειες αυτές θα παραπέμπονται στις δομές πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας (ΤΟΜΥ, Δημοτικά Ιατρεία, Κέντρα Υγείας) για ιατρικό έλεγχο και πρόσβαση σε συμβουλευτικές υπηρεσίες από ειδικούς, παρεμβάσεις, προγράμματα, και εργαλεία ενημέρωσης. Το προτεινόμενο σχέδιο δράσης έχει εξ αρχής στον σχεδιασμό του διαδικασίες αξιολόγησης και μέτρησης της αποτελεσματικότητάς του.

atlantea.news

Covid-19: Οι μακροπρόθεσμες καρδιαγγειακές επιπλοκές που προκαλεί

Η συσχέτιση μεταξύ της ύπαρξης παραγόντων κινδύνου ή προϋπάρχουσας καρδιαγγεακής νόσου με αυξημένο κίνδυνο επιπλοκών και θνητότητας σε ασθενείς με λοίμωξη Covid-19 είναι δυστυχώς διαπιστωμένη ήδη από τους πρώτους μήνες της πανδημίας, αναφέρουν οι ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών Αλέξανδρος Μπριασούλης (επ. καθηγητής Καρδιολογίας) και Θάνος Δημόπουλος (πρύτανης ΕΚΠΑ).

Εξάλλου, προσθέτουν, οι περισσότερες ιογενείς λοιμώξεις του κατώτερου αναπνευστικού δημιουργούν σοβαρότερες επιπλοκές σε ασθενείς με καρδιαγγειακά νοσήματα και επιδεινώνουν την υποκείμενη νοσολογική οντότητα. Ειδικότερα στην περίπτωση της λοίμωξης Covid-19 έχει παρατηρηθεί ένα ευρύ φάσμα καρδιακών επιπλοκών που εκτείνεται από την ασυμπτωματική αύξηση ειδικών μυοκαρδιακών ενζύμων όπως η τροπονίνη έως το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και την επιδείνωση ή ανάπτυξη νέας καρδιακής ανεπάρκειας, την εμφάνιση αρρυθμιών όπως η κολπική μαρμαρυγή καθώς και την ανάπτυξη θρομβωτικών επιπλοκών όπως η πνευμονική εμβολή.

Οι πιθανοί άμεσοι και έμμεσοι μηχανισμοί μυοκαρδιακής βλάβης σε ασθενείς με Covid-19 περιλαμβάνουν βλάβες λόγω των χαμηλών επιπέδων οξυγόνου και της γενικευμένης φλεγμονής, θρομβώσεις μικρών αγγείων και αποσταθεροποίηση/ρήξη αθηρωματικών πλακών με απότοκο το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, μυοκαρδιοπάθεια προκαλούμενη από ακραία στρεσογόνα ερεθίσματα και λιγότερο συχνά φλεγμονή του μυοκαρδίου (μυοκαρδίτιδα). Τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα επιβεβαίωναν την αυξημένη επίπτωση καρδιαγγειακών επιπλοκών κατά τη διάρκεια της νόσησης, της νοσηλείας και πρώιμα εντός του πρώτου μήνα από την έναρξη της λοίμωξης Covid-19, ενώ δεδομένα για τις μακροπρόθεσμες επιπλοκές στο καρδιαγγειακό σύστημα δεν ήταν διαθέσιμα από μεγάλης κλίμακας έρευνες.

Πρόσφατα, μία μελέτη δημοσιευμένη στο έγκριτο περιοδικό “Nature Medicine” ανέδειξε σημαντικές πτυχές της αρνητικής επίπτωσης της λοίμωξης Covid-19 στον καρδιαγγειακό κίνδυνο έως και ένα έτος μετά τη νόσηση. Οι δύο γιατροί του ΕΚΠΑ συνοψίζουν τα δεδομένα αυτά που επιβεβαιώνουν τη σημαντική επιδημιολογική επίδραση της λοίμωξης Covid-19 όχι μόνο ως προς τις αναπνευστικές επιπλοκές αλλά και σε άλλα συστήματα του οργανισμού.

Η μελέτη ανέλυσε δεδομένα από μια μεγάλη βάση με ασθενείς που παρακολουθούνται στο σύστημα των στρατιωτικών νοσοκομείων των ΗΠΑ. Στην πλειοψηφία τους οι ασθενείς ήταν άνδρες (90%), με μέση ηλικία άνω των 60 ετών, υπέρβαροι ή παχύσαρκοι, ενώ στο ένα τέταρτο αυτών συνυπήρχε υπέρταση ή/και σακχαρώδης διαβήτης. Η ομάδα των ασθενών μετά από λοίμωξη Covid-19 συμπεριέλαβε 153.760 ασθενείς ενώ ως συγκριτικές ομάδες ελέγχου χρησιμοποιήθηκαν άνω των 5 εκατομμυρίων ασθενείς πριν και κατά τη διάρκεια της πανδημίας χωρίς πρόσφατη νόσηση με Covid-19. Η ανάλυση λαμβάνοντας υπόψη τις διαφορές στις συννοσηρότητες μεταξύ των ομάδων ασθενών με και χωρίς Covid-19 έδειξε σημαντικά αυξημένο κίνδυνο εμφράγματος μυοκαρδίου, κολπικής μαρμαρυγής και άλλων αρρυθμιών, καρδιακής ανεπάρκειας, υπερδιπλασιασμό των πνευμονικών εμβολών, καθώς και υψηλότερη συχνότητα μυοκαρδίτιδας και περικαρδίτιδας εντός του πρώτου χρόνου μετά από τη λοίμωξη. Συνολικά ο κίνδυνος όλων των καρδιαγγειακών νοσημάτων ήταν αυξημένος κατά 40% μεταξύ αυτών που δεν νοσηλεύτηκαν αλλά νόσησαν με Covid-19, ενώ ήταν πολλαπλάσιος σε αυτούς που νοσηλεύτηκαν σε θάλαμο ή ακόμη περισσότερο σε μονάδα εντατικής θεραπείας.

Ο κίνδυνος καρδιαγγειακών επιπλοκών ήταν αυξημένος ανεξαρτήτως ηλικίας και παραγόντων κινδύνου ενώ παρατηρήθηκε αύξηση ακόμη και σε αυτούς που δεν είχαν παράγοντες κινδύνου. Η στατιστική ανάλυση μάλιστα έδειξε ότι η παρατηρούμενη αύξηση οφείλεται στην ίδια τη λοίμωξη Covid-19 και όχι σε άλλους παράγοντες κινδύνου. Αυτά τα δεδομένα αναδεικνύουν τη λοίμωξη από Covid-19 ως μια σημαντική απειλή για τη δημόσια υγεία με βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες επιπλοκές, αναφέρουν οι δύο καθηγητές. Μάλιστα λαμβάνοντας υπόψη τον αριθμό των νοσήσαντων στον δυτικό κόσμο, οι επιπλοκές μετά τη λοίμωξη Covid-19 θα μπορούσαν να προκαλέσουν μια νέα επιδημία εισαγωγών από άλλα καρδιαγγειακά και μη νοσήματα εντός του πρώτου χρόνου μετά τη λοίμωξη, σημειώνουν.

Με βάση τα ανωτέρω ευρήματα, καταδεικνύεται η επιτακτική ανάγκη πρόληψης της νόσου ειδικά σε ασθενείς με καρδιαγγειακούς παράγοντες κινδύνου, η οποία έχει ως κύριους άξονες τη λήψη ατομικών μέτρων προστασίας και τον εμβολιασμό. Τέλος, αναδεικνύεται η αξία των ηλεκτρονικών βάσεων δεδομένων ασθενών και η συλλογή δεδομένων σε εθνική και παγκόσμια κλίμακα, καθώς με τη χρήση σύγχρονων αναλυτικών τεχνικών και μοντέλων μηχανικής μάθησης μπορούμε να οδηγηθούμε σε συμπεράσματα που θα βελτιώσουν την υγεία των ασθενών αλλά και την απόδοση των συστημάτων υγείας.

atlantea.news

ΠΟΥ: Παραμένει υψηλή η απειλή από την Όμικρον στην ανατολική Ευρώπη

Ένα νέο κύμα μολύνσεων από την παραλλαγή Όμικρον του κορονοϊού κατευθύνεται προς την ανατολική Ευρώπη, ανακοίνωσε σήμερα ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ), καλώντας τις αρχές να βελτιώσουν τις εκστρατείες εμβολιασμού και άλλα μέτρα.

Κατά τις δύο τελευταίες εβδομάδες έχει υπερδιπλασιαστεί ο αριθμός των κρουσμάτων στην Αρμενία, το Αζερμπαϊτζάν, τη Λευκορωσία, τη Γεωργία, τη Ρωσία και την Ουκρανία, σύμφωνα με τον Χανς Κλούγκε, περιφερειακό διευθυντή Ευρώπης του ΠΟΥ. Οι δηλώσεις του Κλούγκε γίνονται σε μια περίοδο κατά την οποία πολλές ευρωπαϊκές χώρες, ανάμεσά τους η Δημοκρατία της Τσεχίας και η Πολωνία, έχουν αφήσει να εννοηθεί ότι θα χαλαρώσουν τον επόμενο μήνα τους περιορισμούς για την πανδημία αν ο ημερήσιος αριθμός κρουσμάτων συνεχίσει να μειώνεται.

Ο ΠΟΥ ωστόσο τόνισε τη συνεχιζόμενη αναγκαιότητα για την ύπαρξη μέτρων όπως η διενέργεια rapid tests και η χρήση μάσκας, λέγοντας ότι πάνω από 165 εκατομμύρια κρούσματα κορονοϊού έχουν μέχρι στιγμής καταγραφεί στην περιοχή της Ευρώπης που καλύπτει ο ΠΟΥ, με 25.000 θανάτους να έχουν αναφερθεί την περασμένη εβδομάδα.

“Αντιμέτωποι με το κύμα της Ομικρον και με τη Δέλτα να εξακολουθεί να κυκλοφορεί ευρέως στα ανατολικά, αυτή η ανησυχητική κατάσταση δεν αποτελεί την κατάλληλη στιγμή για την άρση μέτρων που γνωρίζουμε ότι λειτουργούν για τη μείωση της εξάπλωσης της Covid-19”, σημείωσε ο Κλούγκε, καλώντας τις κυβερνήσεις να διερευνήσουν τους λόγους για τα κατά τόπους χαμηλά ποσοστά εμβολιασμού.

Λιγότεροι από το 40% των πολιτών άνω των 60 ετών στη Βοσνία Ερζεγοβίνη, τη Βουλγαρία, το Κιργιστάν, την Ουκρανία και το Ουζμπεκιστάν έχουν ολοκληρώσει τον εμβολιασμό τους κατά του κορονοϊού, ανέφερε ο Κλούγκε.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Δρ Πρασσάς: Πότε είναι η χειρότερη στιγμή να κολλήσεις και να μεταδώσεις κορωνοϊό -Ίσως έρθουν νέα εμβόλια

«Αν όλοι είναι να κολλήσουμε κάποια στιγμή κορωνοϊό, γιατί να προσέχουμε; Περισσότερο απ’ ό,τι στο παρελθόν και ακόμη και τώρα που είμαστε τριπλοεμβολιασμένοι;».

Στο ερώτημα αυτό, που ακούγεται πλέον συχνά, απαντά μέσω του iefimerida.gr ο Γιάννης Πρασσάς, διδάκτωρ Μοριακής Βιολογίας του πανεπιστημίου του Τορόντο και μόνιμος ερευνητής στο πανεπιστήμιο Mount Sinai Hospital.

Όπως εξηγεί, είναι γεγονός ότι η ένταση της προσοχής δεν είναι πια η ίδια, καθώς με τον πλήρη εμβολιασμό το ρίσκο από τον κορωνοϊό είναι πολύ μικρότερο. Οι επιστήμονες διαθέτουν καλύτερα εργαλεία και γνωρίζουν πώς να δράσουν. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η νόσηση από Covid-19 είναι χωρίς επιπτώσεις.

Στο πλαίσιο αυτό, ο κ. Πρασσάς απαριθμεί πέντε λόγους για τους οποίους απαιτείται αυξημένη εγρήγορση:

1.Γιατί η χειρότερη στιγμή να κολλήσεις και να μεταδόσεις τον ιό είναι εν μέσω κάποιου εποχιακού κύματος, τότε που μεγιστοποιείται η πίεση στα ΕΣΥ. Η πανδημία είναι ένα συλλογικό game και οι χειμώνες είναι πάντα οι πιο δύσκολοι επιδημιολογικά μήνες. Εννοείται ότι, ακόμη και αν προσέχεις, είναι τόσο μεταδοτικός ο ιός που πιθανότατα δεν θα τον αποφύγεις. Μιλάμε για έναν ιό που μπορεί να μολύνει το 30%-40% του πληθυσμού σε ένα κύμα. Αλλά ας κάνουμε αυτό που μπορούμε.

  1. Γιατί είναι ένας καινούργιος ιός και μας λείπει σημαντική γνώση σχετικά με πιθανές μακροχρόνιες επιπλοκές, γνώση που αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά τους επόμενους μήνες.
  2. Γιατί δεν ξέρουμε ακόμη την επίπτωση συχνών επαναληπτικών μολύνσεων με τον ιό αυτό.
  3. Γιατί θα έρθουν σύντομα θεραπευτικά μέσα που θα αλλάξουν τους όρους του «παιχνιδιού» για συμπολίτες μας με ευπάθεια ή ανοσοκαταστολή. Όλοι μας έχουμε στον κύκλο μας κάποιον που περιμένει τα νέα φάρμακα πώς και πώς.
  1. Γιατί ίσως έρθουν νέα εμβόλια, π.χ. παν-κορωνοϊού ή εισπνεόμενα, που θα μειώσουν σημαντικά την πιθανότητα έκθεσης στον ιό.

Και μέχρι πότε θα πρέπει να συνεχίσουμε να προσέχουμε; Ο Γιάννης Πρασσάς απαντά: «Μέχρι να κριθεί ότι το κόστος των όποιων μέτρων δεν ξεπερνάει το προσωπικό και συλλογικό κέρδος. Και αυτό είναι αρκετά υποκειμενικό γιατί άλλες ανάγκες, υποχρεώσεις και αντοχές έχει ο καθένας μας. Όποτε ας αφήσουμε στην άκρη τα επικριτικά μας καπέλα και ας κάνουμε υπομονή όσο αντέχει ο καθένας. Να περάσει σίγουρα και αυτή η δύσκολη φάση και μετά θα έρθουν ανάσες για όλους. Ανάσες που θα χρειαστούμε γιατί η συμβίωσή μας με τον ιό θα είναι μόνιμη και κατά περιόδους ταραχώδης. Στη μακρά αυτή πορεία η συνοχή μας θα είναι κλειδί, καθώς θα μαθαίνουμε να αμυνόμαστε εξυπνότερα».

iefimerida

Σχεδόν 3.000 ακρωτηριασμοί διαβητικών ασθενών ετησίως στην Ελλάδα

Περίπου 3.000 ακρωτηριασμοί διαβητικών ασθενών πραγματοποιούνται κάθε χρόνο στην Ελλάδα. Μάλιστα, κοστίζουν στην χώρα μας 30 – 180 εκατομμύρια ευρώ, ενώ διεθνώς 30.000 – 60.000 δολάρια.

Στον Ελληνικό χώρο, υπολογίζεται ότι το άμεσο ετήσιο κόστος ανά ασθενή με διαβητικό πόδι υπερβαίνει τις 6.000 ευρώ, χωρίς να υπολογίζεται το έμμεσο κόστος, δηλαδή η ανικανότητα για εργασία, επιβάρυνση του κοινωνικού συνόλου, κ.ά.  Οι  επιπτώσεις αυξάνονται  και σε κοινωνικό επίπεδο κατά 70%, καθώς  τα επόμενα χρόνια  το ακρωτηριασμένο άτομο θα χρειαστεί φροντίδα από τρίτο πρόσωπο και διάφορες άλλες κοινωνικές παροχές (π.χ. σύνταξη). Τα στοιχεία αυτά αναδείχθηκαν με αφορμή τη διεξαγωγή του 8ου Πανελληνίου Συνεδρίου με Διεθνή Συμμετοχή της Εταιρείας Μελέτης Παθήσεων Διαβητικού Ποδιού (Ε.ΜΕ.ΔΙ.Π.), στις 3-6 Φεβρουαρίου 2022 στην Αθήνα (ξενοδοχείο Crowne Plaza).

Παράγοντες  που οδηγούν στον ακρωτηριασμό

Συνήθως σε ακρωτηριασμούς οδηγούν τα έλκη των κάτω άκρων που προέρχονται  από διαβητική νευροπάθεια. Ποσοστό 30% των διαβητικών ατόμων εμφανίζει  διαβητική νευροπάθεια, προκαλώντας μειωμένη αισθητικότητα στα κάτω άκρα, λόγω της βλάβης των νεύρων.

Συνέπεια είναι οποιοσδήποτε τραυματισμός προκύψει να μη γίνεται αντιληπτός (δεν υπάρχει η αίσθηση του πόνου)και  δημιουργείται  μια πληγή που αποτελεί πύλη εισόδου μικροβίων και αιτία ανάπτυξης φλεγμονής.  Εφόσον επεκταθεί και στα κατώτερα στρώματα, δηλαδή μύες και οστά μπορεί να χρειαστεί ακρωτηριασμός. Στον ελληνικό χώρο περίπου 300.000 άτομα ανήκουν στις ομάδες υψηλού κινδύνου εμφάνισης ελκών των κάτω άκρων.

Στην Ελλάδα σημειώνονται με συχνότητα 5% τα διαβητικά έλκη. Εκτιμάται ότι περίπου 50.000 άτομα με Διαβήτη στον Ελληνικό χώρο εμφανίζουν άμεσο κίνδυνο ακρωτηριασμού, αν δεν τύχουν εξειδικευμένης φροντίδας. Από στοιχεία προκύπτει ότι κάθε χρόνο 2% του πληθυσμού των διαβητικών ασθενών εμφανίζουν νέα έλκη. Άρα, 20.000 περιπτώσεις  διαβητικών ελκών προστίθενται κάθε χρόνο στη ελληνική επικράτεια.

Σε διεθνές επίπεδο το 70% των ακρωτηριασμών που διενεργούνται σε όλο τον κόσμο αφορά διαβητικούς ασθενείς. Υπολογίζεται ότι 1.000.000 άτομα με Σακχαρώδη Διαβήτη παγκοσμίως αναγκάζονται να υποβληθούν σε ακρωτηριασμό ενός άκρου τους σε ετήσια βάση.

Ύποπτα συμπτώματα

  • ο πόνος στα κάτω άκρα ιδίως κατά την βάδιση αρχικά,
  • οποιαδήποτε σχισμή ή αλλαγή χρώματος, ιδίως στα πέλματα.
  • αλλαγή του χρώματος (προς το ερυθρό, σκούρο κλπ ) πρέπει αναφέρεται αμέσως στον ιατρό.

Οι ειδικοί εκτιμούν πως τα πόδια που ελέγχονται καθημερινά  δεν εμφανίζουν σοβαρά προβλήματα, ή και αν ακόμα εμφανίσουν, έχουν πολλές πιθανότητες  για πλήρη θεραπεία. Εφόσον οι ασθενείς ελέγχονται κάθε μέρα για τυχόν έλκη η κατάσταση είναι αντιμετωπίσιμη. Ο έγκαιρος εντοπισμός συμπτωμάτων μπορεί να τους απαλλάξει από τον κίνδυνο του ακρωτηριασμού.

Αναγκαία είναι η οργάνωση φροντίδας  για το διαβητικό πόδι , που αρχίζει από τα προγράμματα πρόληψης σε όλο το διαβητικό πληθυσμό. «Η φροντίδα για το διαβητικό πόδι θα πρέπει να περιλαμβάνει και την ίδρυση Ιατρείων Διαβητικού Ποδιού σε δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια νοσοκομεία», τόνισε ο πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρίας Μελέτης Παθήσεων Διαβητικού Ποδιού, Παθολόγος Χρήστος Μανές.

virus.com.gr

Πόσο επηρεάζει η ψωρίαση την ποιότητα ζωής των ασθενών

Ένας στους δυο ασθενείς με Ψωρίαση δηλώνει ότι η νόσος έχει μεγάλη ή πολύ μεγάλη επίπτωση στην ποιότητα ζωής του, σύμφωνα με μελέτη. Τέσσερις στους 10 ασθενείς δηλώνουν ότι δεν είναι ικανοποιημένοι από τη θεραπεία τους.

Η μελέτη εκπονήθηκε από το ΕΚΠΑ και την εταιρεία Econcare, σε συνεργασία με τον Πανελλήνιο Σύλλογο Ασθενών με Ψωρίαση και Ψωριασική Αρθρίτιδα «Επιδέρμια», το χρονικό διάστημα Μαρτίου – Απριλίου 2021. Ενδεικτικό είναι πως το 45,8% των συμμετεχόντων δήλωσε πως πάσχει από τουλάχιστον μία συννοσηρότητα. Η Ψωρίαση συνοδεύεται συχνά από:

  • Ψωριασική Αρθρίτιδα 49,4%,
  • οι καρδιαγγειακές παθήσεις 21,5%,
  • διαβήτης 15,7%,
  • αγχώδεις διαταραχές 9,9%,
  • κατάθλιψη 7%,
  • φλεγμονώδης νόσος του εντέρου 4,7%
  • άλλα νοσήματα 14%.

Σχετικά με τον βαθμό πόνου και κνησμού που βιώνουν, καθώς και τον βαθμό στον οποίο η κατάσταση του δέρματός τους επηρεάζει τις διαπροσωπικές σχέσεις και τις καθημερινές/κοινωνικές τους δραστηριότητες, οι περισσότεροι από τους μισούς συμμετέχοντες, ποσοστό 51%, ανέφεραν πως η νόσος επηρεάζει σημαντικάτην ποιότητα ζωής τους. Σημειώνεται ότι η επίπτωση αυτή φάνηκε να μειώνεται στην περίπτωση των ανδρών και των νεότερων σε ηλικία πασχόντων.

Θεραπευτική  αγωγή

Το  30% των συμμετεχόντων ανέφερε πως χρησιμοποιεί μόνο τοπική θεραπεία, ενώ 5% δεν υποβαλλόταν σε κανενός είδους θεραπευτική αγωγή. Το 65% των συμμετεχόντων ακολουθούσε συστηματική θεραπεία (με ή χωρίς ταυτόχρονη λήψη τοπικής θεραπείας).

Ένα ακόμη σημαντικό εύρημα της μελέτης είναι πως λιγότεροι από τους μισούς (43%) ασθενείς συμμορφώνονται πλήρως στη θεραπεία τους. Αιτίες εκτιμάται πως είναι:

  • Οι συχνές δόσεις του φαρμάκου 56,8%,
  • ο τρόπος χορήγησης 17,1%,
  • η αίσθηση πως τα συμπτώματα  βρίσκονται υπό έλεγχο 13,6%,
  • η μη αποτελεσματικότητα του φαρμάκου 11,1%,
  • ο φόβο για τυχόν παρενέργειες 9,5% κ.ά.

Περισσότεροι από το 90% δήλωσαν ως σημαντικότερους θεραπευτικούς στόχους την απαλλαγή από τον κνησμό, τη θεραπεία όλων των δερματικών αλλοιώσεων και την ταχύτερη βελτίωση του δέρματος. Όμως διαπιστώθηκε μέτριου βαθμού κάλυψη των συγκεκριμένων στόχων, καθώς οι ασθενείς ανέφεραν ότι βοηθήθηκαν αρκετά ή πολύ από την τρέχουσα θεραπεία σε ποσοστό 55%, 49% και 67%, αντίστοιχα.

Επίπεδο ικανοποίησης από την τρέχουσα θεραπεία:

  • 25,5% των ασθενών είναι αρκετά ικανοποιημένοι,
  • 9,5% λίγο και
  • 5,5% καθόλου.

Ως  σημαντικότερες αιτίες αναφέρθηκαν η μη ικανοποιητική ή τη αργή βελτίωση των συμπτωμάτων από τη στιγμή που ξεκίνησαν τη θεραπεία. Πολύ ικανοποιημένοι από τα αποτελέσματα της θεραπείας τους δήλωσαν οι ασθενείς σε ποσοστό 44,5% και πάρα πολύ ικανοποιημένοι σε ποσοστό 15%.

Ενημέρωση

Οι περισσότεροι ασθενείς πληροφορούνται έγκυρα για τη νόσο από τους ιατρούς και στους συλλόγους ασθενών. Ο πρόεδρος του Συλλόγου «Επιδέρμια», Ρένος Βαμβακούσης επεσήμανε ότι «έχοντας θέσει ως έναν από τους πρωταρχικούς στόχους του Συλλόγου μας την παροχή έγκυρης πληροφόρησης στα άτομα με Ψωριασική Νόσο, η ανάδειξη των συλλόγων ασθενών ως μία από τις βασικότερες πηγές για την ενημέρωσή των μελών μας, αποτελεί για εμάς ιδιαίτερη ανταμοιβή και μας δίνει ακόμη μεγαλύτερη ώθηση να συνεχίσουμε το έργο μας».

virus.com.gr

Μείωση προσδόκιμου ζωής στην Ελλάδα κατά 6 μήνες, λόγω CoViD [έκθεση Κομισιόν]

Ποια εξήγηση δίνεται από τους επιστήμονες για την εξέλιξη και τι αναφέρεται για το ΕΣΥ και τις ακάλυπτες ανάγκες περίθαλψης των πολιτών.

Κατά έξι μήνες, μειώθηκε το προσδόκιμο επιβίωσης στην Ελλάδα, εξαιτίας της πανδημίας. Αν και η χώρα μας βρίσκεται πάνω από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο και επλήγη λιγότερο το 2020 από τον κορωνοϊό, η CoViD συνδέεται τελικά με έναν στους 25 θανάτους. Δεν αποκλείεται, μάλιστα, οι απώλειες να είναι ακόμη περισσότερες.

Τα παραπάνω αναφέρονται, μεταξύ άλλων, σε έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που δημοσιοποιήθηκε πρόσφατα, με τίτλο “Προφίλ Υγείας 2021”. Στην έκθεση, που παρατίθεται ολόκληρη πιο κάτω, επισημαίνεται πως η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει υψηλό ποσοστό μη καλυπτόμενων αναγκών των πολιτών της. Το έλλειμμα αφορά κυρίως όσους έχουν πιο χαμηλά εισοδήματα.about:blank0 seconds of 0 secondsVolume 0% Remaining Time-0:00FullscreenMute

Προβληματική παρουσιάζεται και η κατάσταση στα ελληνικά νοσοκομεία, στοιχείο που μπορεί να παρέχει την ερμηνεία στην περιπέτεια που βιώνει η χώρα μας με την πανδημία και τα ρεκόρ στους θανάτους. “Περίπου ένα στα τέσσερα άτομα ανέφερε ότι απέφυγε να λάβει περίθαλψη κατά τους πρώτους 12 μήνες της πανδημίας”, αναφέρεται χαρακτηριστικά στην έκθεση.

Προσδόκιμο ζωής

Για το προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση στην Ελλάδα, οι συντάκτες της έκθεσης σημειώνουν πως το 2020 αντιστοιχούσε σε 81,2 έτη και ήταν ελαφρώς υψηλότερο από τον μέσο όρο για το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (80,6). Ήταν, όμως, χαμηλότερο σε σύγκριση με τις περισσότερες χώρες της νότιας και δυτικής Ευρώπης.

Η μείωσή του κατά 6 μήνες στην Ελλάδα, είναι μικρότερη από τη μέση μείωση κατά περίπου 8 μήνες σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. 

Το 2020, η COVID-19 “ευθυνόταν” για περίπου 5.000 θανάτους στην Ελλάδα (4% του συνόλου των θανάτων). Έως το τέλος Αυγούστου του 2021, καταγράφηκαν 8 680 επιπλέον θάνατοι, που στη συντριπτική πλειονότητά τους αφορούσαν άτομα ηλικίας 60 ετών και άνω.

Το σωρευτικό ποσοστό θνησιμότητας από την COVID-19 έως το τέλος Αυγούστου, ήταν περίπου 20% χαμηλότερο στην Ελλάδα από τον μέσο όρο σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (1.270 ανά εκατομμύριο πληθυσμού, σε σύγκριση με 1.590).

Ωστόσο, ο ευρύτερος δείκτης της υπερβάλλουσας θνησιμότητας, ο οποίος ορίζεται ως θάνατοι από όλες τις αιτίες σε επίπεδα πάνω από τα αναμενόμενα με βάση προηγούμενα έτη, υποδηλώνει ότι ο αριθμός θανάτων που σχετίζονται με τη νόσο COVID-19 θα μπορούσε να είναι υψηλότερος.

Σύστημα Υγείας

Σε σχέση με τη χρηματοδότηση του συστήματος Υγείας, οι συντάκτες της έκθεσης αναφέρουν πως οι κατά κεφαλήν δαπάνες Υγείας στην Ελλάδα (1.603 ευρώ) εξακολουθούν να είναι πολύ χαμηλότερες από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στο 7,8 % του ΑΕΠ, σε σύγκριση με 9,9 % στην ΕΕ το 2019.

Ένα πολύ μεγάλο ποσοστό (35%) καταβάλλεται απευθείας από τα νοικοκυριά, κυρίως με τη μορφή συμμετοχής για φάρμακα και άμεσων πληρωμών για υπηρεσίες που δεν περιλαμβάνονται στη δέσμη παροχών.

Ιστορικά, οι δαπάνες Υγείας στην Ελλάδα ήταν χαμηλότερες από τον μέσο όρο της ΕΕ, ενώ από το 2015 παρατηρήθηκαν μικρές, αλλά σταθερές αυξήσεις.

Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης, λόγω της COVID-19 είχε επίσης ως αποτέλεσμα τη χορήγηση πρόσθετης χρηματοδότησης το 2020 για τη στήριξη του τομέα της Υγείας.

Στην έκθεση περιλαμβάνονται αποκαλυπτικές αναφορές για τη στρέβλωση του ΕΣΥ. Όπως επισημαίνεται, οι υπηρεσίες και οι δομές Υγείας συγκεντρώνονται σε μεγάλο βαθμό στις αστικές περιοχές. Πριν από την πανδημία υπήρχαν, κατά μέσο όρο, 4,2 νοσοκομειακές κλίνες ανά 1.000 κατοίκους, πολύ κάτω από τις 5,3 κλίνες που ήταν η αναλογία στην ΕΕ συνολικά.

Οι δαπάνες για νοσοκομειακή περίθαλψη ανέρχονται στα δύο πέμπτα του προϋπολογισμού για την Υγεία. Δεδομένων των συνολικά μειωμένων δαπανών της για την Υγεία, το 2019 η Ελλάδα δαπάνησε λιγότερους πόρους κατά κεφαλήν σε όλες τις υπηρεσίες του συστήματος Υγείας, σε σύγκριση με τους μέσους όρους στην ΕΕ, με εντονότερη τη διαφορά στις δαπάνες για εξωνοσοκομειακή περίθαλψη και μακροχρόνια φροντίδα.

Ακάλυπτες ανάγκες

Κατά την τελευταία δεκαετία, τα επίπεδα μη καλυπτόμενων αναγκών ιατρικής περίθαλψης ήταν σταθερά υψηλότερα από τα αντίστοιχα επίπεδα του συνόλου της ΕΕ.

Όπως φαίνεται στον πίνακα που ακολουθεί, το 2019, η Ελλάδα κατέγραψε το δεύτερο υψηλότερο επίπεδο στην ΕΕ μετά την Εσθονία: το 8,1% του ελληνικού πληθυσμού ανέφερε μη καλυπτόμενες ανάγκες λόγω κόστους, απόστασης που πρέπει να διανυθεί ή χρόνου αναμονής, σε σύγκριση με 1,7% κατά μέσο όρο σε επίπεδο ΕΕ.

Οι μη καλυπτόμενες ανάγκες ιατρικής περίθαλψης έφτασαν στο υψηλότερο επίπεδό τους (13,1%) το 2016 και κατόπιν μειώνονταν σταθερά κατά περίπου 15% κάθε χρόνο. Ωστόσο, ακόμη και το 2019 η Ελλάδα εξακολουθούσε να παρουσιάζει μακράν τη μεγαλύτερη διαφορά μεταξύ των χωρών της ΕΕ όσον αφορά τις μη καλυπτόμενες ανάγκες μεταξύ των εισοδηματικών ομάδων.

Από έρευνα του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας (Eurofound), η οποία κάλυψε τους πρώτους 12 μήνες της πανδημίας COVID-19, διαπιστώθηκε ότι το 24% των Ελλήνων που απάντησαν ανέφεραν μη καλυπτόμενες ανάγκες ιατρικής περίθαλψης, έναντι 21% σε ολόκληρη την ΕΕ.

Αυτό οφείλεται πιθανόν σε παράγοντες όπως η αναβολή των μη βασικών υπηρεσιών από τους παρόχους και ο φόβος των ασθενών μήπως τούς μεταδοθεί ο κορωνοϊός.

Ένα άλλο πιθανό εμπόδιο στην πρόσβαση είναι τα μηνιαία όρια στον αριθμό των καλυπτόμενων από τον ΕΟΠΥΥ επισκέψεων ανά ιατρό, στον αριθμό παραπεμπτικών για διαγνωστικές και εργαστηριακές εξετάσεις και στις συνταγογραφήσεις (όριο δαπάνης), τα οποία εφαρμόζονται από το 2012.

Παρότι οι περιορισμοί αυτοί μείωσαν τα περιθώρια υπερθεραπείας και αντιμετώπισαν το πρόβλημα της προκλητής ζήτησης, ενδέχεται παράλληλα να είχαν ως αποτέλεσμα σε ορισμένες περιπτώσεις οι ασθενείς είτε να καθυστερούν την αναζήτηση περίθαλψης, είτε να στρέφονται σε εναλλακτικό πάροχο είτε να πληρώνουν για μια επίσκεψη απευθείας με άμεση πληρωμή.

iatronet

ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΛΛΑΔΟΣ
Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες cookie αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποιες ενότητες του ιστότοπου θεωρείτε πιο ενδιαφέρουσες και χρήσιμες.

Μπορείτε να προσαρμόσετε όλες τις ρυθμίσεις cookie σας μεταβαίνοντας στις καρτέλες στην αριστερή πλευρά.