Λιμνοθάλασσα Εκτύπωση

Α. Κανιούρας

Φαρμακοποιός

 

Μια όμορφη νεράιδα που πρόβαλε λασπωμένη και ρακένδυτη από τους βάλτους ήρθε και με ξάφνιασε εκεί, που αμέριμνος διάβαζα κάποιο μεσημέρι στο γεφυράκι του Αιτωλικού ένα βιβλίο για τους Έλληνες πρόσφυγες της Ανατολίας και του Πόντου.

Την πλησίασα, περπάτησε δίπλα μου…απέναντί μου… Την ρώτησα ποια ήταν, ποιο είναι το όνομά της. Κι εκείνη, αφού μου έδειξε τη λιμνοθάλασσα, μου εξιστόρησε αργά, βουβά, τι πρόσφερε στους μύθους του τόπου και στην ιστορία μας. Μου μίλησε ακόμα για τους καταπατητές που με διάφορους τρόπους προσπαθούν να την αφανίσουν για το «καλό μας».

Διαβεβαίωσα στη νεράιδα, πως υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που την νιώθουν και αγαπούν, αφηγούνται μύθους, ονειρεύονται και πορεύονται μαζί της. Υποσχέθηκα στην όψη της πως δεν θα την ξεχάσω όσο ζω κι ότι μέσα από τα ποιήματά μου θα αντιστεκόμαστε για χάρη της.

Εδώ, θέλω να ευχαριστήσω την μούσα μου που με βοήθησε να μεταφέρω τα λόγια της λιμνοθάλασσας καθώς και την Φαρμακευτική Εταιρία με τους συντελεστές τούτης της εκδήλωσης που με έφεραν ως εδώ και την γνώρισα. Πιο πολύ όμως θέλω να ευχαριστήσω όλους εσάς που αφήσατε για λίγο τον πάγκο και τις υποχρεώσεις σας και αφιερώσατε λίγο από τον πολύτιμο χρόνο σας για να έρθετε ως εδώ. Δηλώσατε έτσι την παρουσία σας στην ιστορία του τόπου και συμβάλλετε ενεργά στη συνέχεια τούτου του μοναχικού αγώνα της νεράιδας, για το δικαίωμα της να υπάρχει.

 

ΛΙΜΝΟΘΑΛΑΣΣΑ

Το «βήμα μου φτηνό»…
Αναπάντεχα κάποτε μου είπανε
ότι το θαύμασαν
κι έγραψα μύθους.
Ίσως... και να δόξασα στον αφανισμό τους την ιστορία
ή, η φλόγα μου, να άνοιξε την τύχη
στους παρατρεχάμενους της δεκάρας.
Ολίγον τούτο με νοιάζει.
Το μικρό τους ανάστημα προσπερνώ
και είναι ακόμα ανώφελο να τους σκέφτομαι.
Το αν ξοδεύω το πολύτιμο μελάνι για δαύτους,
είναι από παράπονο για τους φακέλους και τις φυλακές
που έφτιαξαν για μένα, να μου σφαλίσουν το στόμα.
Εγώ οδεύω τρόπο ζωής κοινό κι ομαδικό.
Χτίζω φωτιές στα περάσματα των ματιών
και φυτεύω άνθη στις παραλίες της λησμονιάς.
Σκέφτομαι εσάς που χαζεύετε με στόμα ανοιχτό
και δολοφονείτε μέσα σας
ό,τι πιο όμορφο έχετε πάνω σας, το ανάστημα.
Πονάω...
Αν τύχαινε και άνοιγε η πόρτα πάνω από τα κεφάλια σας
θα έβγαινε ο ήλιος ακριβώς εκεί,
που οι καταστολείς, σου κρέμασαν την αγχόνη.
Βολικά σας είπαν να δεχτώ το μήνυμά τους, 
όπως ο βρεγμένος τη βροχή και να σωπάσω.
Όμως, η απειρία σας δεν είναι άλλοθι,
όπως δεν είναι άλλοθι το τρύπιο σακάκι
που σας φορέσανε την Κυριακή.
Δεν είμαι ένα ξεχασμένο γαρύφαλλο
που το πατάνε στη λάσπη οι αδιάφοροι.
Δεν θα δεχτώ το βολικό τους «μήνυμα», την άβολη βροχή,
ούτε το τρύπιο ένδυμα που μου έδωσαν σαν πρόσχημα «προσοχής»
Εγώ θα σκεπάσω το θάνατο με την απορία τους
και τα θολά τους μάτια με την ανέλπιδη γι’ αυτούς εμμονή μου να ζω.
Τελικά ότι κι αν γίνει
τούτο το φόνο δεν θα τον κάνουν όσο θα υπάρχω εδώ
Απλά θα οδεύω το βήμα μου στο δρόμο, όσο «φτηνό» κι αν σου τον είπαν
κι αναπάντεχα θα σημαδεύω στους μύθους μου΄
πόσοι Νέρωνες ακόμα ξώμειναν
καίγοντας ό,τι μας άφησαν σαν «κλήρο» σε τούτο το κομμάτι της γης.

 

Α. Κανιούρας
Φαρμακοποιός - Ποιητής