Magna Grecia, πολιτιστικό οδοιπορικό της Φ.Ε.Ε. στην Κάτω Ιταλία

 

Περιληπτικά

Έρευνες που έγιναν σε πειραματόζωα δείχνουν οτι το εκχύλισμα ιβίσκου έχει αντιοξειδωτική δράση και μπορεί να βοηθήσει στον έλεγχο της χοληστερίνης, όπως το κόκκινο κρασί και το τσάι.

Αναζήτηση

Σαλέντο: Γλώσσα - Ιστορία - Πολιτισμός Εκτύπωση

Isabella Bernardini D'Arnesano

Καθηγήτρια Νέας Ελληνικής Γλώσσας και Μετάφρασης, Πανεπιστήμιο του Σαλέντο, Ιταλία

 

 

Η Ελληνική παρουσία στην Ιταλική χερσόνησο ανάγεται στον 16ο αιώνα π.Χ. με τους Μυκηναίους ναυτικούς, οι οποίοι προερχόμενοι από την Ελληνική χερσόνησο, ξεκίνησαν μία περίοδο επαφών μακράς διαρκείας με τους κατοίκους της Δυτικής Μεσογείου.

Στο Σαλέντο (Νότια Απουλία), μερικές παραθαλάσσιες κοινότητες, οι οποίες ιδρύθηκαν ανάμεσα στα μέσα του 15ου και στις αρχές του 14ου αιώνα, είχαν οχυρωματικά τείχη και μια διάρκεια εκατοντάδων χρόνων, φτάνοντας μέχρι την εποχή του σιδήρου.

Σ’ αυτές τις κοινότητες, η σαφέστερη αρχαιολογική απόδειξη των επαφών με τον πολιτισμό του Αιγαίου, προκύπτει από άπειρα κεραμικά θραύσματα που έχουν βρεθεί στην περιοχή, ένα μεγάλο μέρος των οποίων προέρχεται από την Ελλάδα και ένα άλλο, κατασκευασμένο από τους αυτόχθονες το οποίο αποτελεί απομίμηση των ελληνικών προτύπων.

Στα τέλη του 11ου αιώνα π.Χ. με την παρακμή του Μυκηναϊκού πολιτισμού φαίνεται να διακόπτονται οι σχέσεις με τον ελληνικό κόσμο για όλον τον 10ο και για ένα μεγάλο μέρος του 9ου αιώνα π.Χ.

Τα ευρήματα του τέλους του 9ου αιώνα, των αρχαιολογικών ανασκαφών σε διάφορες περιοχές της Νότιας Aπουλίας και ειδικά στον Υδρούντα, μας αποδεικνύουν τις νέες επαφές με τον ελλαδικό χώρο, αρκετές δεκαετίες πριν από την ίδρυση των αποικιών στην Μεγάλη Ελλάδα και σχετίζονται με την εγκατάσταση Ελλήνων στον κόλπο των αυτοχθόνων κοινοτήτων.

Σύμφωνα με τις αρχαίες λογοτεχνικές παραδόσεις, η παρουσία των Ελλήνων στην Γη του Υδρούντα, ανάγεται σε εποχές που ταυτίζονται με την καταγωγή των κατοίκων του αρχαίου Σαλέντο.

Κατά την παράδοση, έχουν φθάσει από το Αιγαίο και την Bαλκανική χερσόνησο υπό την ηγεσία ηρώων, αρχηγών και επωνύμων μυθικής προελεύσεως όπως ο Αρκάδας Πευκέτιος, ο Αθηναίος Θησέας, ο Κρήτας Ιαπυγάς, γυιός του Δαιδάλου, ο Άργειος Διομήδης με ένα πλήθος Αιτωλών, ο Βοιωτός Μεσσάπιος και ο Κρήτας Ιδομενέας.

Οι πηγές, φέρνουν στο φως και άλλα στοιχεία της παρουσίας των Ελλήνων και του Ελληνικού πολιτισμού στο Σαλέντο.

Είναι εξόριστοι (από τον Τάραντα), οι λαμπροί φιλοξενούμενοι, όπως οι Αθηναίοι στρατηγοί Δημοσθένης και Ευρυμέδοντας το 413 π.Χ., στην αυλή του Μεσσαπίου δυνάστη Άρτα.

Στην Νότια Απουλία, στο σημερινό Σαλέντο, έχουμε δύο Ελληνικές εμπορικές βάσεις, τον Υδρούντα και την Καλλίπολη. Κατά τον 6ο αιώνα π.Χ. τα Eλληνικά ευρήματα σ’ αυτήν την περιοχή είναι πολύ σημαντικά. Βρίσκουμε και αγγεία με επιγραφές Eλληνικών ονομάτων.

Η επιρροή των Ελλήνων είναι ισχυρή σε διαφόρους τομείς όπως η υιοθέτηση του νομίσματος, η απεικόνιση των θεοτήτων με ανθρωπόμορφα χαρακτηριστικά και το σπουδαιότερο από όλα, η υιοθέτηση της γραφής. Η γραφή της γλώσσας των Μεσσαπίων, των κατοίκων της περιοχής, είναι Ελληνική Γραμμική Β αλλά η γλώσσα είναι διαφορετική.

Η ελληνική επίδραση συνεχίζεται και κατά την Ελληνιστική περίοδο, με την καλλιτεχνική κοινή γλώσσα που συνδέει την Απουλία με την Ήπειρο και την Μακεδονία, όπως έχει εξακριβωθεί ιδιαιτέρως σε ταφικούς χώρους, στους τομείς της αρχιτεκτονικής, της ζωγραφικής και της γλυπτικής. Οι Μεσσαπικοί υπόγειοι τάφοι της Εγνατίας, του Λέτσε (ο τάφος Παλμιέρι), του Ρούντιε και του Βάστε (ο τάφος των Καρυάτιδων), παρουσιάζουν πολλά κοινά με τους Μακεδονικούς Βασιλικούς Τάφους.

Καθ’όλην την περίοδο της Ρωμαϊκής κατακτήσεως της Γης του Υδρούντα οι επαφές με την Ελλάδα αλλά και την τότε Ρωμαϊκή αλλά ελληνόφωνη Μικρά Ασία ήταν πολύ στενές.

Στον τομέα των επιγραφών υπάρχει μία σημαντική ένδειξη της παρουσίας Ελληνικών ονομάτων σε φούρνους κεραμικών στο Ugento, όπου βρίσκουμε τα ονόματα Έρως και Αριστείδης. Στο φούρνο του Felline βρίσκουμε το όνoμα Ζώσιμος. Πάντα στην ίδια περιοχή έχουμε το όνομα του ιδιοκτήτη ενός φούρνου, Άλλιος Διονύσιος και ενός δούλου, του Νικηφόρου. Ένας άλλος φούρνος βρισκόταν στο San Cataldo, λίγα χιλιόμετρα έξω από το Λέτσε. Αγνοούμε το όνομα του ιδιοκτήτη αλλά έχουμε τα ονόματα των εργατών: Δημήτριος, Λυκαών και Διοκλής. Αυτά τα ονόματα τα βρίσκουμε και σε σφραγίδες αμφορέων της ίδιας περιόδου στο Brindisi.

Έχουν βρεθεί εν όλω 68 Ελληνικά ονόματα αυτής της περιόδου στην περιοχή.

Στον Υδρούντα έχει βρεθεί και μία επιτύμβια επιγραφή η οποία αναφέρεται στην νεαρή Γλύκα. Έχουμε και άλλες επιγραφές από την Λεύκα και Torre dell’Orso.

Μερικές δεκαετίες μετά την πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ο Αυτοκράτωρ Ιουστινιανός στέλνει τον στρατηγό Βελισάριο στην Ιταλία για να επανακατακτήσει τα εδάφη της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας της οποίας αισθάνεται ο νόμιμος κληρονόμος.

Ο Ελληνο-Γοτθικός πόλεμος λήγει το 553 μ.Χ. με την νίκη των Βυζαντινών και η Ιταλία γίνεται μια Επαρχία της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Η παραμονή των Βυζαντινών στην Ιταλία περνά διάφορες φάσεις με σκληρές μάχες εναντίον των βαρβάρων, αλλά στη Γη του Υδρούντα, στο σημερινό Σαλέντο, παραμένουν συνεχώς επί πέντε αιώνας, έως την άφιξη των Νορμανδών το 1057.

Από τον 6ο αιώνα, φθάνει στην Νότιο Ιταλία, ένας μεγάλος αριθμός αποίκων και μοναχών από διάφορες περιοχές της αυτοκρατορίας.

Η βυζαντινή επίδραση όμως στον καλλιτεχνικό, πολιτιστικό και θρησκευτικό χώρο δεν είναι δυνατόν να γίνει κατανοητή και να ερμηνευτεί βάσει των στρατιωτικών και πολιτικών δεδομένων. Πρέπει να λάβουμε υπ’ όψη και άλλους φορείς, που συντέλεσαν στη διάδοση του Βυζαντινού πολιτισμού και της Ελληνικής γλώσσας, πέρα από τα σύνορα της Αυτοκρατορίας και στην εμμονή τους και εκεί όπου η Βυζαντινή κυριαρχία είχε λήξει.

Ο μοναχισμός και η Ελληνική γλώσσα υπερβαίνουν τα Βυζαντινά σύνορα και Θέματα και παραμένουν αρκετούς αιώνας μετά την αναχώρηση των Βυζαντινών στρατευμάτων.

Ένα μεγάλο ρόλο για τη διατήρηση της γλώσσας, είχαν οι μοναχοί και ιερείς, οι οποίοι διαδίδουν την ορθοδοξία και τον Ελληνικό πολιτισμό. Οι λαύρες και τα μοναστήρια, ήταν κέντρα προσευχής, μελέτης, εργασίας και φιλανθρωπίας. Έως σήμερα, μόνον στην Νότια Απουλία, σώζονται 130 περίπου κρύπτες με ωραιότατες τοιχογραφίες και Ελληνικές επιγραφές.

Εκτός από την Ελληνική γλώσσα, στο Σαλέντο ήταν πολύ διαδεδομένη και η Ελληνική γραφή. Από το τέλος του 11ου αιώνα, έως το τέλος του 16ου, έχουμε 400 Ελληνικούς κώδικες και μόνον 30 Λατινικούς της ίδιας περιόδου.

Είναι αξιοσημείωτο, ότι το πρώτο έγγραφο στην Ιταλική καθομιλουμένη “volgare romanzo” της περιοχής είναι γραμμένο με ελληνικούς χαρακτήρες. Το κείμενο είναι “La predica salentina” του 14ου αιώνα.

Η Ελληνική γλώσσα συνεχίζει να είναι η γλώσσα των επισήμων εγγράφων και μετά την άφιξη των νέων κατακτητών.

Το σπουδαιότερο πνευματικό κέντρο στο Σαλέντο, ήταν το μοναστήρι του Αγίου Νικολάου των Κασούλων, κοντά στο Ότραντο, το οποίο κατεστράφη από τους Τούρκους το 1480, όπου άνθησε κατά την διάρκεια του 13ου αιώνα, μία Ελληνοβυζαντινή ποιητική σχολή.

Σώζονται ποιήματα, στην ελληνική γλώσσα της εποχής, των ποιητών Νικολάου του Υδρούντα, Νεκταρίου των Κασσούλων, ηγουμένου της μονής, Ιωάννη Γράσσου, νοταρίου του αυτοκράτορα Φρειδερίκου του Χόχενστάουφεν και Γεωργίου Χαρτοφυλάκτου Καλλιπόλεως.

Από το ίδιο μοναστήρι, προερχόταν τα περισσότερα από τα θρησκευτικά βιβλία, που χρησιμοποιούσαν οι ορθόδοξοι ιερείς των Μητροπόλεων του Υδρούντα, Καλλιπόλεως, Παλαιοκάστρου και Ναρντό.

Η Ελληνική γλώσσα, διδασκόταν και κατά τον 15ο αιώνα, σε πολύ υψηλό επίπεδο, στο Τσολλίνο από τον Σέρτζιο Στίζο. Οι μαθηταί του, ήταν διανοούμενοι και ευγενείς της Αραγωνικής Αυλής, που ήθελαν να μάθουν Ελληνικά.

Ο μεγάλος ανθρωπιστής και φιλόσοφος Antonio de Ferraris “Galateo” (1444-1517), γιός και εγγονός Ελλήνων ιερέων, μας πληροφορεί για την ύπαρξη ενός Ελληνικού Λυκείου στο Ναρντό, όπου διδασκόταν τα καλύτερα Ελληνικά του Βασιλείου της Νεαπόλεως και στο οποίο ερχόταν μαθητές από όλο το βασίλειο.

Μετά την Σύνοδο του Τρέντο, η οποία τελείωσε το 1564, αρχίζει να δύει η Ορθοδοξία στην Νότια Ιταλία και συγχρόνως εξαφανίζεται και η Ελληνική γλώσσα από ένα μεγάλο αριθμό χωριών και πόλεων της περιοχής.

Σε μία έκθεση του τέλους του 16ου αιώνα, με τίτλο “Relazione dei Greci di Otranto”, η οποία βρίσκεται σε μια συλλογή χειρογράφων, που φυλάγεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Νεαπόλεως, ονομάζεται “Miscellanea Brancacciana IB6” και αφορά τα Ορθόδοξα χωριά του Σαλέντο, γράφεται ότι σε είκοσι χωριά της περιοχής, υπάρχουν Έλληνες (αναφέρεται βέβαια όχι μόνον στην γλώσσα, αλλά και στην θρησκεία).

Αυτό μας δείχνει ότι το Ελληνικό στοιχείο συνεχίζει να υπάρχει σε μια ευρύτατη περιοχή του Σαλέντο στο τέλος του 16ου αιώνα, κάτι που φαίνεται και από τα επίθετα και τα τοπωνύμια που υπάρχουν ακόμη και σήμερα σε όλη την περιοχή σε χώρους που απέχουν δεκάδες χιλιόμετρα από την σημερινή Σαλεντινή Ελλάδα (Grecia Salentina).

Σήμερα, υπάρχουν δύο Ελληνόφωνες περιοχές στην Νότια Ιταλία, η Bovesia στην Καλαβρία, (πέντε χωριά), και η Grecia Salentina στην Νότιο Απουλία, στο Σαλέντο (100 περίπου τετραγωνικά χλμ.) που αποτελείται από έντεκα δήμους: Calimera, Carpignano, Castrignano dei Greci, Corigliano d’Otranto, Martano, Martignano, Soletο Sternatia, Zollino, Carpignano Salentino, Cutrofiano.

Η γλώσσα της περιοχής είναι η Γκρίκο και περιλαμβάνει λέξεις δωρικές, οι οποίες μαρτυρούν την αρχαία της προέλευση, μεσαιωνικές και νεοελληνικές καθώς και λέξεις από την τοπική ιταλική διάλεκτο της περιοχής, την dialetto romanzo.

Όπως είναι γνωστό, υπάρχουν διάφορες θεωρίες για την προέλευση αυτής της γλώσσας. Κατά τους Xατζιδάκη, Rohlfs και άλλους είναι Mεγαλοελλαδίτικης Δωρικής καταγωγής, κατά τους Morosi, Battisti, Parlangeli και άλλους, είναι μεσαιωνικής βυζαντινής καταγωγής, ενώ κατά τον Fanciullo, όπως γράφει σε ένα άρθρο του στο βιβλίο “Storia di Lecce dai Bizantini agli Aragonesi”, η Ελληνική Γλώσσα, διαδίδεται στην Νότια Απουλία κατά την Ρωμαϊκή κατάκτηση, διότι κατ’ αυτήν την περίοδο, οι σχέσεις με την τότε ελληνόφωνη Μικρά Ασία ήταν πολύ στενές, πράγμα που αποδεικνύεται και από τις ανασκαφές που γίνονται στην περιοχή.

Κατ’ εμάς, στην Ελληνική γλώσσα της περιοχής, υπάρχουν δωρικά κατάλοιπα αλλά και σε μεγάλο βαθμό χαρακτηριστικά της μεσαιωνικής βυζαντινής και νέας Ελληνικής γλώσσας. Αυτό, το συμπεραίνουμε, κάνοντας μία σύγκριση φωνητική, συντακτική, μορφολογική και λεξιλογική μεταξύ της Γκρίκο και των Νέων Ελληνικών.

Αυτές οι περιοχές όμως, δεν είναι οι μόνες που κατακτήθηκαν από τους Βυζαντινούς στην Ιταλία. Οι Βυζαντινοί κατάκτησαν την Ραβέννα, Ρίμινι, Αγκώνα, Πέζαρο, Νουμάνα, Όζιμο, το Δουκάτο της Ρώμης, την Πεδιάδα της Πέστουμ (της αρχαίας Ποσειδωνίας), την Σαρδηνία και την Σικελία.

Η Ελληνική γλώσσα όμως, επέζησε μόνον στην Νότιο Καλαβρία και στην Νότιο Απουλία. Αυτό, εξηγείται μόνον με το γεγονός, ότι σε αυτές τις περιοχές, η κοινωνία ήταν συντηρητική και ότι προϋπήρχε ένα ισχυρό ελληνικό στοιχείο.

Στην Σαλεντινή Ελλάδα συναντά συχνά κανείς τοπωνύμια ελληνικής προέλευσης, που συνδέονται με την γη, την ιδιομορφία της και τις δραστηριότητες των ανθρώπων. Για παράδειγμα, πολύ συχνά είναι τα τοπωνύμια «litara» και «risara», όπου κυριαρχεί η πέτρα, «tichi» που ορίζουν τα σύνορα μεταξύ των ιδιοκτησιών, «ampeglia», «ancinarea», «caridea», «alogna» κλπ.

Κληρονομιά αυτής της περιοχής είναι τα «traudia» (τραγούδια) και οι μουσικές που είναι εμπνευσμένες από την αρχαία ελληνική παράδοση και συνδέονται με την μυθολογία.

Η Γκρίκο, γλώσσα μειονοτική, ενώνει τα ελληνόφωνα χωριά, αν και υφίσταται αλλαγές από τόπο σε τόπο. Ως το 1945 μιλούσαν την Γκρίκο σχεδόν όλοι οι κάτοικοι των χωριών Calimera, Castrignano dei Greci, Corigliano d’Otranto, Martano, Martignano, Sternatia, Zollino. Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και για λόγους κοινωνικο-οικονομικούς (μετανάστευση, σχολείο, εφημερίδες, ράδιο, τηλεόραση κλπ.) ο αριθμός των ομιλούντων μειώθηκε δραστικά.

Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται ένα αυξημένο ενδιαφέρον των κατοίκων της περιοχής για τις ρίζες τους, την ιστορία του τόπου τους, τις παραδόσεις και, φυσικά, την γλώσσα. Το ενδιαφέρον αυτό εκφράζεται κυρίως με την δημιουργία πολιτιστικών συλλόγων που προωθούν την λαϊκή παράδοση, καθώς και με την διδασκαλία της Γκρίκο στα σχολεία.

Ποια είναι η κατάσταση σήμερα:

Η Γκρίκο όπως είδαμε, είναι μία από τις 12 ιστορικές γλωσσικές μειονότητες της Ιταλίας.

Ο κρατικός νόμος αρ. 482 του 1999, Νόμος για τις Ιστορικές Μειονοτικές Γλώσσες της Ιταλίας, έχει τον σκοπό, να προστατεύσει και να αξιοποιήσει τις γλωσσικές μειονότητες. Η βάσις και η αιτία του νόμου, βρίσκεται στο Ιταλικό Σύνταγμα μεταξύ των αρχών του οποίου γράφεται ότι “Η Δημοκρατία, προστατεύει με ειδικούς νόμους τις γλωσσικές και πολιτιστικές μειονότητες”.

Παρόλο που η Γκρίκο σήμερα διδάσκεται στα σχολεία πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης των εν λόγω περιοχών, κινδυνεύει να εξαφανιστεί για διάφορους οικονομικούς και πολιτιστικούς λόγους. Έτσι, επιτακτική είναι η ανάγκη για τη διαφύλαξη και την προστασία της, ως πολύτιμο στοιχείο της κοινής Μεσογειακής Πολιτιστικής Κληρονομιάς.

Στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής πρωτοβουλίας Lifelong learning υλοποιήσαμε το πρόγραμμα Pos Matome Griko

Το πρόγραμμα επινοήθηκε για να τονώσει το ενδιαφέρον και τη χρήση της Γκρίκο, καθιστώντας εύκολη και ενδιαφέρουσα την εκμάθησή της, μέσω μιας σύγχρονης διδακτικής μεθοδολογίας, με πρωτοποριακό διδακτικό υλικό.

H ομάδα υλοποίησης του έργου αποτελείται από Ευρωπαϊκούς Εκπαιδευτικούς και Πολιτιστικούς Οργανισμούς, με μεγάλη πείρα στην ανάπτυξη παρόμοιων Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων, αλλά και σε διάφορες δραστηριότητες, που αποβλέπουν στην αξιοποίηση και την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς των χωρών της Μεσογείου. Πρόκειται για τον Οργανισμό Ευρωπαϊκής Μεσογειακής και Πολιτιστικής Κληρονομιάς (IT), το Ελληνοβρετανικό Κολλέγιο (EL), την ΑΛΦΑ ΕΚΔΟΣΕΙΣ και ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ (EL), το Πανεπιστήμιο της Κύπρου (CY) και το Ινστιτούτο Μεσογειακού Πολιτισμού (IT).

Στο πλαίσιο αυτής της συνεργασίας και με χρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση, σχεδιάστηκε ένα πρωτοποριακό διδακτικό υλικό, μία νέα μεθοδολογική προσέγγιση, που περιλαμβάνει αναλυτικό Πρόγραμμα διδασκαλίας για παιδιά και ενηλίκους, βιβλία για συγκεκριμένα επίπεδα και λεξικά. Προβλέπει, επίσης, την ανάπτυξη ιστοσελίδας καθώς και ηλεκτρονικής εκπαιδευτικής πλατφόρμας για εξ αποστάσεως εκπαίδευση (e-learing). Με τον τρόπο αυτό, προσφέρεται μία ολοκληρωμένη μέθοδος διδασκαλίας της Γκρίκο σε όλα τα επίπεδα, προσιτή σε όλους.

Ουσιαστικός στόχος του Προγράμματος είναι όχι μόνο να σωθεί η μειονοτική αυτή γλώσσα, αλλά και να ενισχυθεί η αντίληψη της πολιτιστικής και ιστορικής της αξίας.

Το πρόγραμμα - εκπαιδευτικό υλικό:

Αναλυτικό Πρόγραμμα Γκρίκο για παιδιά (6-15 ετών): Επίπεδα A1, A2, B1, B2, Γ1, Γ2

Αναλυτικό Πρόγραμμα Γκρίκο για ενηλίκους: Επίπεδα A1, A2, B1, B2, Γ1, Γ2

Διδακτικό Εγχειρίδιο Επιπέδου Α1-Α2 για παιδιά και Επιπέδου Β1-Β2 για ενήλικες

Λεξικό: Γκρίκο – Ελληνικά - Ιταλικά

Σκοπός και στόχοι:

Η προβολή και η αξιοποίηση της Μειονοτικής γλώσσας Γκρίκο.

Η προβολή της γλωσσικής, κοινωνικής και πολιτισμικής ποικιλότητας της περιοχής.

Η παραγωγή μιας πρωτοποριακής διδακτικής μεθόδου, έτσι όπως προκύπτει από το συνδυασμό των παραδοσιακών εγχειριδίων και των νέων τεχνολογιών.

Η αύξηση του ενδιαφέροντος της ομάδας-στόχου, η δημιουργία κινήτρων, που επιτυγχάνεται μέσω της χρήσης των Νέων Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ICT) στον τομέα της εκπαίδευσης.

Δραστηριότητες:

Η ανάπτυξη μιας ειδικής διδακτικής μεθόδου και διδακτικού υλικού για τη διδασκαλία της Γκρίκο.

Ο σχεδιασμός και η ανάπτυξη ιστοσελίδας και μίας πλατφόρμας e-learning για τη δωρεάν πρόσβαση στο υλικό και τις σχετικές πληροφορίες.

Η διεξαγωγή μαθημάτων σε παιδιά και ενηλίκους.

Η οργάνωση σεμιναρίων και πολιτιστικών εργαστηρίων σχετικά με την Γκρίκο

Η συνεργασία με τα σχολεία και τους ελληνόφωνους δήμους του Σαλέντο.

Ομάδες στόχος:

Μαθητές και Εκπαιδευτικοί των σχολείων των ελληνόφωνων περιοχών.

Ενήλικες κάτοικοι της Grecia Salentina.

Δήμοι της Grecia Salentina.

Πανεπιστήμια: Τμήματα Ελληνικής Γλώσσας και Πολιτισμού.

Ελληνικές Κοινότητες και Ελληνικά Πολιτιστικά Κέντρα της Ιταλίας, όπου διδάσκεται η Νέα Ελληνική γλώσσα.

Γενικώς όλοι όσοι ενδιαφέρονται να μάθουν ή και να βελτιώσουν τη γνώση της Γκρίκο, της γλώσσας αλλά και της πολύτιμης ιστορικής και πολιτιστικής κληρονομιάς, που έχουμε χρέος να διαφυλάξουμε και να διαβιβάσουμε στις επόμενες γενιές.

Έως το περασμένο ακαδημαϊκό έτος, η Ελληνική Γλώσσα και Πολιτισμός διδασκόταν στο Πανεπιστήμιο του Λέτσε το οποίο τώρα ονομάζεται Πανεπιστήμιο του Σαλέντο, στην Σχολή Ξένων Γλωσσών, όπου υπήρχαν μαθήματα Ελληνικής Γλώσσας και Μετάφρασης και Ελληνικής Φιλολογίας. Δυστυχώς, φέτος με τις περικοπές, και με το γεγονός ότι έκλεισε η Σχολή Ξένων Γλωσσών και εγώ παίρνω πλέον την σύνταξή μου, έκλεισε και η Έδρα Νεοελληνικής Γλώσσας, Μετάφρασης και Ελληνικής Φιλολογίας.

Για να συνεχιστεί η διδασκαλία της Ελληνικής Γλώσσας στην περιοχή, έχουμε ιδρύσει στο Λέτσε ένα Κέντρο Σπουδών με βιβλιοθήκη ανοικτή στους ενδιαφερομένους, όπου διδάσκουμε την Ελληνική γλώσσα σε μαθητές σχολείων της περιοχής, φοιτητές και καθηγητές του Πανεπιστημίου του Σαλέντο καθώς και σε άτομα όλων των ηλικιών που θέλουν να μάθουν Ελληνικά και να λάβουν μέρος στις εξετάσεις Ελληνομάθειας, που διεξάγονται στο Πανεπιστήμιο του Σαλέντο όπου βρίσκεται το εξεταστικό κέντρο του οποίου είμαι υπεύθυνη.

Στο Κέντρο Σπουδών έχουμε επίσης εργαστήριο βυζαντινής εικονογραφίας και οργανώνουμε κύκλους διαλέξεων με θέμα τον Ελληνισμό και την Ορθοδοξία.

Είναι κατά την γνώμη μου, χρέος όλων, να κάνουμε ό, τι το δυνατόν για να ενισχύσουμε την διάδοση και την διδασκαλία της Ελληνικής Γλώσσας και Πολιτισμού σε χώρους όπου μαρτυρείται η Ελληνική παρουσία από την Μυκηναϊκή εποχή.