Αιτιοπαθογένεια του αλκοολισμού (ατομικοί και κοινωνικοί παράγοντες) Εκτύπωση

Χρήστος Ξανθόπουλος

Φαρμακοποιός, μετεκπαιδευθεις στην Κοινωνική και Κλινική Ψυχολογία Εξαρτήσεων στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

 

Το πρόβλημα της εξάρτησης και ειδικότερα του αλκοολισμού αποτελεί ένα σύγχρονο και συνάμα σοβαρό ψυχοκοινωνικό πρόβλημα με κοινωνικές, οικονομικές αλλά και πολιτικές προεκτάσεις. Στη σημερινή μου τοποθέτηση επέλεξα να μην αναφερθώ μόνο στους ατομικούς και οικογενειακούς παράγοντες που ωθούν κάποιο άτομο στη κατάχρηση του οινοπνεύματος και στην εξάρτηση γενικότερα από ουσίες αλλά και στις κοινωνικές μεταβλητές που παρεμβάλλονται, και αυτό διότι όσο ένα πρόβλημα διογκώνεται σε μια κοινωνία, τόσο υποπτευόμαστε ότι κάτι σαθρό υπάρχει στα θεμέλια της.

Ο αλκοολισμός και τα ναρκωτικά καθώς και άλλα κοινωνικά προβλήματα όπως η εγκληματικότητα, η βία και η νεανική παραβατικότητα βρίσκονται σε άμεσο συσχετισμό με αδυναμίες τις κοινωνίας μας, του εκπαιδευτικού μας συστήματος αλλά και των κρατικών δομών πρόληψης και θεραπείας. Με λίγα λόγια θα λέγαμε ότι τα σύγχρονα ψυχοκοινωνικά προβλήματα αποτελούν απόρροια των νέων κοινωνικών δεδομένων και του σύγχρονου τρόπου ζωής.

Πριν ξεκινήσουμε την ανάλυση του προβλήματος του αλκοολισμού θα ήταν ορθό να δώσουμε έναν ορισμό για το τι είναι εξάρτηση. Από τους διάφορους ορισμούς που έχουν δοθεί για την εξάρτηση από ουσίες επέλεξα αυτόν του καθηγητή ψυχολογίας Φ. Ζαφειρίδη θεωρώντας ότι εμπεριέχει ερμηνευτικά στοιχεία της ραγδαίας αύξησης του προβλήματος και προδιαθέτοντάς μας για τα αίτια που διογκώνουν το πρόβλημα. Σύμφωνα με τον καθηγητή :

«Ως εξάρτηση ορίζεται μια κατάσταση κατά την οποία ένα άτομο, ζώντας σε συγκεκριμένες συνθήκες οικογενειακές και κοινωνικές προσφεύγει στην κατάχρηση ουσιών προκειμένου να απαντήσει σε ψυχολογικά και κοινωνικά αδιέξοδα και να καλύψει συναισθηματικές και πνευματικές ανάγκες».

 

Είναι γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερες επιδημιολογικές έρευνες αναδεικνύουν την κατακόρυφη αύξηση των διάφορων ψυχοκοινωνικών προβλημάτων τόσο σε παγκόσμια κλίμακα όσο και σε εθνικό επίπεδο. Ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά παραδείγματα που αποδεικνύει το μέγεθος του προβλήματος είναι αυτό της χρήσης ναρκωτικών ουσιών και αλκοόλ.

Σύμφωνα με έρευνες στις Η.Π.Α. ο πληθυσμός που αντιμετωπίζει πρόβλημα αλκοολισμού κυμαίνεται περί τα 19 εκατομμύρια εκ των οποίων 2,4 έχουν επίσημα διαγνωσθεί και καταγραφεί ενώ μόνο οι 139.000 ακολουθούν κάποιου είδους θεραπείας. Στην Ελλάδα οι έρευνες ανεβάζουν τους εξαρτημένους από το ποτό στις 200.000 (Ετήσια Έκθεση του Ερευνητικού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου Ψυχικής Υγιεινής) Σύμφωνα με πανελλήνια έρευνα του Τμήματος Υγιεινής και Επιδημιολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών σε δείγμα 15.000 ατόμων, ηλικίας 20 -63 ετών, με τίτλο «Κονωνικο-δημογραφικοί συσχετισμοί της αποχής και της κατάχρησης αλκοόλ στον ελληνικό πληθυσμό», οι Έλληνες πίνουν πολύ και η χώρα μας κατέχει μία από τις πρώτες θέσεις στη λίστα της κατανάλωσης οινοπνευματωδών ποτών. Μερικά από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της έρευνας αναφέρουν:

 * Ένας στους πέντε νεαρούς και ενηλίκους ή μεσηλίκους Έλληνες πίνει περισσότερα από τρία ποτήρια αλκοόλ την ημέρα. 
 * Πάνω από επτά στους 10 άνδρες στην Ελλάδα, ηλικίας 20-59 ετών, πίνουν καθημερινώς τρία ή λιγότερα ποτήρια αλκοόλ.
* Στις γυναίκες βρέθηκε ότι περισσότερες από επτά στις 10, ηλικίας 20-49 ετών, πίνουν δύο ή λιγότερα ποτήρια αλκοόλ την ημέρα.

* Μόνο το 4,3% των Ελληνίδων ηλικίας 20-40 ετών και το 3% των Ελληνίδων 40-59 χρόνων πίνουν περισσότερα από δύο ποτήρια την ημέρα.
* Σε όλες τις ηλικιακές ομάδες το ποσοστό των γυναικών που απέχουν από το αλκοόλ ήταν υψηλότερο από το αντίστοιχο των ανδρών.
* Τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες, το ποσοστό όσων δεν έπιναν αυξανόταν όσο προχωρούσε η ηλικία των ερωτώμενων ενώ το ποσοστό όσων έκαναν κατάχρηση αλκοόλ παρουσίαζε μείωση.
* Όσοι έπιναν κρασί βρέθηκε ότι έχουν λιγότερες πιθανότητες να γίνουν «σκληροί» πότες συγκριτικά με όσους έπιναν άλλα οινοπνευματώδη ποτά.

Αν και το αλκοόλ δεν θεωρείται - τουλάχιστον ανοικτά - ένα επικίνδυνο ναρκωτικό που δημιουργεί πολύ σοβαρή εξάρτηση, τα στοιχεία αποδεικνύουν ότι και στην περίπτωσή του, όπως γίνεται με άλλες εξαρτησιογόνες ουσίες, η μετάβαση από το «μαλακό» αλκοόλ (όπως θεωρούνται η μπίρα και το κρασί) στο «σκληρό» (ουίσκι, βότκα κτλ.) είναι γρήγορη, ακόμη και σε μικρές ηλικίες. Στις ηλικίες 14-18 ετών το πιο δημοφιλές ποτό είναι η μπίρα που ως γνωστόν μπορεί ο κάθε ανήλικος να προμηθευτεί ακόμη και από τα περίπτερα. Στις ηλικίες 18-25 δημοφιλέστερα ποτά φαίνεται να είναι το ουίσκι και η βότκα, ενώ ακολουθούν η μπίρα, το κρασί και τα κοκτέιλ. Είναι σημαντικό να αναφέρουμε και τη νέα μόδα που επικρατεί μεταξύ των νέων: τα «αναψυκτικά νέας γενιάς» τα οποία περιέχουν μικρή μεν ποσότητα αλκοόλ, αρκετή όμως για να «εισαγάγει» τους νεαρούς καταναλωτές στον επικίνδυνο κόσμο του. Υπολογίζεται ότι το 40% από όσους πίνουν, αργά ή γρήγορα στρέφεται προς τα «σκληρά»ποτά.

Σύμφωνα με τα κυριότερα ευρήματα μιας δεύτερης έρευνας που υλοποίησε το Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγιεινής (ΕΠΙΨΥ)/ Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης και Πληροφόρησης για τα Ναρκωτικά (ΕΚΤΕΠΝ), σε 3.775 μαθητές δευτέρας και τρίτης λυκείου:

**Προβληματίζει η αύξηση στην υπερβολική ανά περίσταση κατανάλωση ποτών, καθώς το 28,2% των εφήβων κατανάλωσε πέντε ή και περισσότερα ποτά στην «καθισιά» του για δύο φορές τις τελευταίες 30 μέρες, έναντι του 18,3% το 1999. Επίσης το 2003 περισσότεροι έφηβοι δηλωσαν ότι είχαν εμπειρίες μέθης (34,2% έναντι 30,6% το 1999), με τα αγόρια να σηματοδοτούν την αυξητική τάση.

**Ενδεικτικό του εύρους της κατανάλωσης οινοπνευματωδών από εφήβους είναι το γεγονός ότι περισσότεροι από τους μισούς (53%) έχουν πιεί περισσότερες από 40 φορές σε όλη τους τη ζωή -έναντι 44% το 1999, ενώ ένας στους τέσσερις (25,1%) έχει καταναλώσει αυτήν την ποσότητα αλκοόλ τον τελευταίο χρόνο.

**Τα αγόρια φαίνεται να επιδίδονται στο «πίνειν» και μάλιστα σε διπλάσιο ποσοστό από αυτό των κοριτσιών (35,2% έναντι 15,5%), ωστόσο διαχρονικά φαίνεται ότι ο ρυθμός αύξησης της κατανάλωσης ήταν μεγαλύτερος για τα κορίτσια.

**Σαφής είναι η στροφή τους σε ποτά με υψηλή περιεκτικότητα οινοπνεύματος, αφού το μεγαλύτερο ποσοστό (44%) προτίμησε τέτοιο ποτό, έναντι του 30,1% το 1999, τα οποία παίρνουν τα πρωτεία από την μπύρα, που ήταν το ποτό προτίμησης το 1999 για το 35% έναντι του 31,3% το 2003. Η προτίμηση στα «βαριά» οινοπνευματώδη σχετίζεται από τους ερευνητές με την είσοδο στην αγορά έτοιμων παρασκευασμάτων, που συνδυάζουν οινοπνευματώδη με αναψυκτικό.

**Η πλειονότητα των εφήβων φαίνεται να αντιλαμβάνεται τους κινδύνους από τη συχνή χρήση οινοπνευματωδών ωστόσο σε μικρότερο βαθμό απ' ό,τι το 1999. 2

Ανάμεσα στους λόγους για τους οποίους δεν θα έπρεπε να πίνει κανείς, αναφέρουν το 2003 ότι η κατανάλωση αλκοόλ: σχετίζεται με τα σοβαρά -αυτοκινητιστικά- ατυχήματα (92,9%), βλάπτει την οικογενειακή ζωή (88,1%), αλλά και την υγεία (85,7%). Ενδιαφέρον παρουσιάζει ότι σε σύγκριση με το 1999 απασχολεί περισσότερο τους εφήβους το υψηλό κόστος αγοράς οινοπνευματωδών, αλλά και οι επιπτώσεις του αλκοόλ στο πάχος-βάρος.

 

Αγαπητοί φίλοι, όπως καταλαβαίνουμε η ανάπτυξη της σύγχρονης βιομηχανικής κοινωνίας συμβαδίζει με την ανάπτυξη του προβλήματος της κατάχρησης φαρμακευτικών ουσιών και αυτό δεν αποτελεί βέβαια τυχαίο γεγονός. Η επίλυση μιας σειράς απλών βιοποριστικών προβλημάτων, η αποξένωση, η μοναξιά στις μεγαλουπόλεις, η εντατικοποίηση της εργασίας, το στρες και ο ανταγωνισμός που επιβάλλουν οι σύγχρονοι ρυθμοί ανάπτυξης, καθώς και η ψευδαίσθηση της κατάκτησης της ευτυχίας με τη συσσώρευση χρήματος και δύναμης, φαίνεται ότι αποτελούν σημαντικές πλευρές της αιτιολογίας του προβλήματος (Ζαφειρίδης 1988) αλλά και της κατακόρυφης αύξησής του τα τελευταία χρόνια. Πολλοί είναι εκείνοι που θεωρούν ότι η διαφήμιση παίζει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του προβλήματος. Όμως η διαφήμιση ενός συγκεκριμένου τρόπου διασκέδασης και η προβολή αρνητικών προτύπων εντάσσεται σε αυτό που ονομάζουμε δυτικός τρόπος ζωής και συμβάλλει ακόμη περισσότερο στην προώθηση του αλκοόλ.

Παράλληλα, επιδημιολογικές έρευνες δείχνουν, όλο και περισσότερο, την αύξηση των ψυχοκοινωνικών προβλημάτων, ακόμα και σε μικρές ηλικίες, πράγμα που επιβεβαιώνει τους φόβους μας ότι οι παραδοσιακές άμυνες της κοινωνίας μας, όπως είναι η οικογένεια, η γειτονιά, η παρέα, οι τοπικοί σύλλογοι, το σχολείο και γενικότερα η Ελληνική παράδοση αποδυναμώνονται και τη θέση τους παίρνει η αποξένωση, η παθητικότητα, ο εγωκεντρισμός και εν γένει ο δυτικός τρόπος ζωής.

Είναι γενικά παραδεκτό ότι το πρόβλημα των εξαρτήσεων από ουσίες είναι ένα πρόβλημα με πολλές συνιστώσες, κοινωνικές και ατομικές. Δεδομένης λοιπόν, μιας κοινωνικής κατάστασης όπου προβλήματα, όπως η ανεργία, η ακρίβεια και οι έντονες ψυχοπιεστικές συνθήκες που προαναφέραμε, διογκώνονται, διάφοροι ατομικοί παράγοντες συνεπικουρούν στην εξάπλωση του προβλήματος και καθιστούν τα άτομα ευάλωτα, ή αν θέλετε μπορούμε να το αντιστρέψουμε και να πούμε άτομα ευάλωτα με προδιάθεση στην εξάρτηση δεδομένης μιας τέτοιας κοινωνικής κατάστασης έχουν περισσότερες πιθανότητες εξάρτησης.

 

Ατομικά αίτια

Για τα ατομικά αίτια που ωθούν το άτομο στη χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών έχουν αναπτυχθεί κατά καιρούς διάφορες θεωρίες. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε τη συμπεριφορική προσέγγιση που υποστηρίζει ότι εμπειρίες που οδηγούν σε συναισθήματα ικανοποίησης επαναλαμβάνονται ευκολότερα από εκείνες που οδηγούν σε συναισθήματα δυσαρέσκειας. Επομένως, οι τοξικές ουσίες χρησιμοποιούνται, γιατί αυξάνουν τα θετικά στοιχεία και ταυτόχρονα λυτρώνουν από τα αρνητικά (ενδόψυχα προβλήματα) (Παπαγεωργίου 1990). Η εξάρτηση είναι σύμπτωμα, σύμφωνα με τους συμπεριφορικούς, που προήλθε μέσα από μια διαδικασία μάθησης. Γι’ αυτό το λόγο στη θεραπεία στόχος είναι μέσα από μια άλλη διαδικασία μάθησης το σύμπτωμα αυτό, “εξαρτημένη συμπεριφορά”, να “ξεμαθευτεί” και ταυτόχρονα να δημιουργηθεί κάποιος άλλος τρόπος αντιμετώπισης των πραγμάτων, δηλαδή να αντικατασταθεί με μια άλλη συμπεριφορά (Kooyman 1993).

Μια δεύτερη προσέγγιση στην οποία αρχικά στηρίχθηκαν τα προγράμματα φαρμακευτικής απεξάρτησης είναι η βιολογική. Οι θεωρίες που αναπτύχθηκαν εστιάζονται κυρίως στην πιθανή ύπαρξη έμφυτων κληρονομικών ή επίκτητων φυσιολογικών καταστάσεων, οι οποίες κάνουν ένα άτομο ευάλωτο σε μια εξάρτηση. Πολλοί υποστηρικτές αυτής της θεωρίας πιστεύουν ότι η εξάρτηση είναι μια μεταβολική δυσλειτουργία. Σύμφωνα με τη βιολογική προσέγγιση του προβλήματος ο αλκοολισμός είναι μια πρωτοπαθής ασθένεια με γενετικούς, ψυχοκοινωνικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες που επηρεάζουν την εξέλιξή της. Η ασθένεια είναι συνήθως θανατηφόρα και εξελίσσεται γρήγορα. Βέβαια, οι θεωρίες αυτές αρχίζουν πλέον να καταρρέουν, διότι εάν η εξάρτηση ήταν το αποτέλεσμα βιολογικών παραγόντων, τότε η απάντηση θα ήταν η υποχρεωτική σωματική αποτοξίνωση και φαρμακοθεραπεία. Αντίθετα όμως η θεραπεία ξεκινά μετά τη σωματική αποτοξίνωση (Kooyman 1993).

Θα πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την απεξάρτηση από το αλκόολ είναι μόλις 3 με γνωστότερο την ναλτρεξόνη το γνωστό nalorex αλλά τα ποσοστά επιτυχίας που σημειώνει είναι χαμηλά και αυτό γιατί κανένα φάρμακο, και αυτό πρέπει να το επισημάνουμε, δεν μπορεί να αλλάξει τον τρόπο σκέψης αλλά και την εξαρτητική συμπεριφορά ορισμένων ατόμων.

Μια από τις θεωρίες που αξίζει να σταθούμε είναι αυτή που στηρίχθηκε στους γνωστούς εκπροσώπους της ανθρωπιστικής ψυχολογίας Maslow και Rogers. Η κάλυψη των ψυχικών αναγκών που ο Maslow αναφέρει στη πυραμίδα του, αποτελεί πρωταρχικό στόχο πολλών προγραμμάτων απεξάρτησης. Η χρήση άλλωστε μέσα στα περισσότερα θεραπευτικά προγράμματα τεχνικών της ανθρωπιστικής ψυχοθεραπείας για την κάλυψη ψυχικών αναγκών, όπως η αγάπη, η ασφάλεια, η επικοινωνία, η αυτοεκτίμηση και η συντροφικότητα, επιβεβαιώνει πολλές φορές έλλειμμα των χρηστών σε αυτές τις ανάγκες.

Σύμφωνα με όσους ενστερνίζονται τις απόψεις της ανθρωπιστικής ψυχολογίας η εξάρτηση αποτελεί την προσπάθεια του ατόμου να καλύψει τις βασικές ψυχικές ανάγκες της ανθρώπινης ύπαρξης και την προσπάθεια άμβλυνσης του ψυχικού πόνου που έχει επιφέρει η μη κάλυψη αυτών των αναγκών.

Ισχυρές εξαρτησιογόνες ουσίες όπως είναι τα οποιοειδή (μορφίνη, ηρωίνη) δεν κατευνάζουν μόνο το σωματικό πόνο, αλλά απαλύνουν και τον ψυχικό. Όσοι έχουμε ασχοληθεί με τις εξαρτήσεις και τις εξαρτησιογόνες ουσίες διαπιστώνουμε καθημερινά ότι τα ναρκωτικά έχουν την ιδιότητα να απαλύνουν τον ψυχικό πόνο, να θάβουν τα ψυχικά προβλήματα και να κάνουν το άτομο να ξεφεύγει από τα προβλήματα που έχουν συσσωρευτεί κυρίως από τη παιδική ηλικία. Κατά παρόμοιο τρόπο δρα και το αλκοόλ. Τα άτομα που καταφεύγουν στη χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών προσπαθούν να κατευνάσουν τον ψυχικό πόνο που προήλθε από μια ασταθή και μη φυσιολογική ενηλικίωση.

Βέβαια, οι ανθρωπιστικές θεωρίες μπορεί να μην αποτελούν πάντα τον κανόνα, όμως ως γονείς οφείλουμε να δίνουμε αγάπη, στοργή, επικοινωνία και συντροφικότητα στα παιδιά μας θωρακίζοντάς τα απέναντι σε οποιαδήποτε εξαρτητική συμπεριφορά και στόχο θα έχει να καλύψει τις πρωτογενής ανθρώπινες ψυχικές ανάγκες που προαναφέραμε. Παράλληλα, ένα παιδί μπορεί κάλλιστα να καλύψει όλες αυτές τις ανάγκες μέσω του σχολείου, της παρέας στη γειτονιά, των αθλητικών ομάδων, των συλλόγων και της δημιουργικής απασχόλησης (μουσική, χορός κ.α.) Και για να συνδέσουμε τα όσα αναφέραμε στην αρχή για τις αδυναμίες της κοινωνίας μας, για την κατάρρευση των παραδοσιακών κοινωνικών μηχανισμών άμυνας και της κοινωνικής αιτιοπαθογένιας, όταν ένα παιδί δεν καλύπτει τις πρωτογενείς ψυχικές του ανάγκες μέσω της οικογένειας αλλά ούτε μέσω του σχολείου, της γειτονιάς κ.α., τότε είναι ευάλωτο. Για το λόγο αυτό προαναφέραμε ότι όσο αυξάνεται το φαινόμενο, τόσο υποπτευόμαστε ότι οι κοινωνικές δομές, όπως είναι το σχολείο, δεν προσφέρουν όσα οφείλουν.

Κλείνοντας θα ήθελα να πω ότι ο αλκοολισμός δεν είναι ασθένεια με την ιατρική έννοια του όρου αλλά ένας τρόπος ζωής και μια επιλογή αντιμετώπισης ψυχολογικών αδιεξόδων και κάλυψης βασικών ψυχικών αναγκών. Έτσι λοιπόν, η θεραπεία πρέπει να στηρίζεται σε μια στρατηγική αντιμετώπισης της εξάρτησης και κάθε μορφής αλλοτρίωσης με σκοπό την υιοθέτηση ενός νέου τρόπου ζωής και ενός νέου τρόπου αντιμετώπισης των προβλημάτων ψυχικών και μη.